Examples from the LingQ library
- Κι έπειτα είδαν κάποια λάμψη που τρεμόσβηνε, σ' ένα
- από πού ερχόταν τόση λάμψη! Κοίταζαν με μάτια θαμπωμένα
- παγερό Δεκέμβρη Και κάθε λάμψη της φωτιάς σαν φάντασμα
- που το χάιδευαν η λάμψη της καντήλας, Εκεί όπου
- ψάχνοντας αδιάκοπα για τη λάμψη που θα πρόδινε την
- του έπιασε μια χρυσή λάμψη, αλλά ήταν μια ηλιαχτίδα
- πίσω από τη χρυσή λάμψη. Ο ανιχνευτής των Σλίθεριν
- μια σκόνη και τη λάμψη του ατσαλιού σαν άστρα
- σε αιφνιδιαστική επίθεση. Η λάμψη από τα τραβηγμένα ξίφη
- βρώμικο οδόστρωμα. Η κιτρινωπή λάμψη από τις βιτρίνες των
- φεγγοβολιά και την φανταχτερή λάμψη των καπηλειών στην γωνία
Related Phrases
- πήρε λίγη από τη λάμψη
- διέκρινα μια λάμψη
- βιολετί λάμψη γέμισε
- κάποια στιγμή είδε μια δυνατή λάμψη σαν
- η λάμψη όμως χάθηκε
- η λάμψη
- ανέσπερη λάμψη
- μια λάμψη να τρεμοπαίζει στα απόκοσμα μάτια του
- λάμψη του ωχρού φωτός
- δεν έχασε τίποτε από τη λάμψη της επειδή έγινε

