Examples from the LingQ library
- σημασία, έριξε άλλο ένα κούτσουρο στη φωτιά. Έτσι, τώρα
- πεζοδρομίου, κι όπως στο κούτσουρο που κόβει το νερό
- διαδικασία αργότερα πήρε ένα κούτσουρο αλλά επίσης το κύπελλο
- σπίτι μαζί τους ένα κούτσουρο για να ζεσταθούν όλα
- μ' ένα άλλο βαρύ κούτσουρο. Έτσι έκανε και τώρα
- Αρσένιος. Μα το παγωμένο κούτσουρο πού κρατούσε, γλιστρούσε και
- το σωρό, πήρε ένα κούτσουρο και το έδωσε στον
- ότι περιεργάζεται τάχα το κούτσουρο στο φώς, διάβασε το
- Καθόταν πάνω σε κάποιο κούτσουρο και άρχιζε να προσεύχεται
