Examples from the LingQ library
- από αυτά, ένας κοντόχοντρος καλόγερος, έλεγε: «Εγώ επιμένω πως
- φοιτητές!» είπε ο χοντρός καλόγερος χαμογελώντας τους. «Φαντάζομαι πως
- στο Χάφλπαφλ!» συνέχισε ο καλόγερος. «Είναι ο παλιός μου
- Ιωσήφ. Στο στασίδι ένας καλόγερος διάβαζε ψαλμούς ώρα πολλή
- εκείνο που κρατούσε ο καλόγερος για να βλέπει στο
- οι μέλισσες. Κι ένας καλόγερος, μ' ένα καλάθι, παφ
- λεμόνι», κι έτρεξε ένας καλόγερος και πήδηξε από πάνω
- κι έπεσε και ο καλόγερος, και σηκώθηκε το ράσο
- και τράβηξε. Ήτανε σάν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι
- ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του
- σιμά στη σκάλα, ένας καλόγερος παχύς με μαλλιά ψαρά
Related Phrases
- μας καλόγερος
- μας καλόγερος έρχεται καταιγίδα
- ένας καλόγερος μεταφέρθηκε στη φυλακή και τέλεσε διστακτικά το μυστήριο διαμαρτυρόμενος
- ένας καλόγερος μεταφέρθηκε στη φυλακή και τέλεσε διστακτικά
- ένας καλόγερος μεταφέρθηκε στη φυλακή και τέλεσε διστακτικά το μυστήριο
- ένας κοντόχοντρος καλόγερος
- καλόγερος που η ιερή μνήμη του τιμάται
- κάπου κάπου ένας καλόγερος
- Καλοφαγάς ο καλόγερος
- ο καλντί ήταν καλόγερος στην αιθιοπία
