Examples from the LingQ library
- δωσε δεν ήταν Καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα
- και ξιφομάχος. Έχει μια ικανοποιητική πρακτική γνώση της Βρετανικής
- απέτυχε να δώσει κάποια ικανοποιητική απάντηση. Θεωρώ πως όλη
- έκανε λόγο για βιώσιμη, «ικανοποιητική εποπτεία» παρά τον περιορισμό
- είχε όντως πετύχει μια ικανοποιητική δομή και σειρά για
- τα 2 χιλιόμετρα, απόσταση ικανοποιητική για την πλήρη ανάπτυξη
- μια σημαντική προίκα;» «Μια ικανοποιητική προίκα. Όχι μεγαλύτερη από
- θέση να βρει κάποια ικανοποιητική αιτία θανάτου. Η κατάθεση
- λάβουν μια κάπως πιότερο ικανοποιητική τιμωρία
- Φυσικά υπάρχει μόνο μια ικανοποιητική εξήγηση. Σας έφεραν για
Related Phrases
- ενώ σε περιοχές με ικανοποιητική ακόμα πληρότητα υπάρχει ο
- ικανοποιητική πρακτική γνώση
- υπάρξει ικανοποιητική
- υπάρξει ικανοποιητική ολοκλήρωση των τελικών σταδίων
- υπάρξει ικανοποιητική ολοκλήρωση των
- υπάρξει ικανοποιητική ολοκλήρωση των τελικών
- υπάρξει ικανοποιητική ολοκλήρωση
- απέτυχε να δώσει κάποια ικανοποιητική απάντηση
- Φυσικά υπάρχει μόνο μια ικανοποιητική εξήγηση

