Examples from the LingQ library
- 1 - 8 - Αρσενικό, Θηλυκό, ή Ουδέτερο γένος - genres
- μπουφές ο μενεξές 2 - ♀ θηλυκό 2-1 τα θηλυκά
- φόρεμα ► άσκηση : αρσενικό γένος, θηλυκό γένος ή ουδέτερο γένος
- μενεξές - οι μενεξέδες 2 - ♀ θηλυκό 2-1 τα θηλυκά
- ο χειμώνας - οι χειμώνες ♀ θηλυκό η άνοιξη - οι ανοίξεις
- αρσενικό, «καλή» όταν είναι θηλυκό και «καλό» όταν είναι
- πληθυντικού είναι «καλοί», το θηλυκό «καλές» και το ουδέτερο
- επιθέτων στο αρσενικό, στο θηλυκό και στο ουδέτερο. Το
- γένη Το αρσενικό Το θηλυκό και το ουδέτερο γένος
- Το αόριστο άρθρο στο θηλυκό γενος Που είναι το
- Η λέξη κίνηση είναι θηλυκό ουσιαστικό. Έχεις μάθει πάρα
Related Phrases
- αρσενικό γένος, θηλυκό γένος ή ουδέτερο
- αρσενικό γένος θηλυκό γένος ή ουδέτερο
- θηλυκό γένος
- τραγουδιστά και με ένα θηλυκό
- τραγουδιστά και με ένα θηλυκό λυγμό αλλά δεν ήταν
- αρσενικό γένος θηλυκό γένος ή ουδέτερο γένος
- το αρσενικό από το θηλυκό
- θηλυκό γένος ή ουδέτερο γένος
- το θηλυκό είναι το πιο εύπλαστο φύλο
- έχει αρσενικό θηλυκό και ουδέτερο γένος
