Examples from the LingQ library
- έγκλημα τους, χάνουν τη θέληση τους και την κρίση
- η λογική, ούτε η θέληση του. Κι αυτό, απλούστατα
- Κι αυτό είναι η θέληση ν' αλλάξεις. Η θέληση
- να δημιουργήσεις. Η θέληση να βγεις μπροστά». Η
- σχέση με την ανθρώπινη θέληση, κι έχει σχέση με
- τη δική μου ανθρώπινη θέληση να ζήσω, κι επίσης
- έχουν σχέση με τη θέληση του ανθρώπου να κάνει
- να μεταμορφωθούν. Απλώς χρειάζεται θέληση, θέληση και βοήθεια απ
- παρ' όλη την καλή θέληση που υπάρχει, καμιά προσπάθεια
- κάτι ή ποιου η θέληση πρέπει να πραγματοποιηθεί. Σύντομα
- αφότου ήμουν παιδί. Έχω θέληση δική μου και σοφία
Related Phrases
- παρά την καλή θέληση της αγάπης
- την καλή θέληση
- υπάρχει θέληση
- το σημαντικότερο είναι να υπάρχει θέληση
- παρά την καλή θέληση της αγάπης του
- την θέληση
- παρ όλη την καλή θέληση
- να υπάρχει θέληση
- η θέληση
- κι έτσι ο μικρός πρίγκηπας παρά την καλή θέληση της αγάπης του για το λουλούδι άρχισε γρήγορα να κυριεύεται από αμφιβολία

