Examples from the LingQ library
- θα πάω στην Ελλάδα. ερχόμενος η ο Είναι περιττό
- κάποιος από εκεί μέσα. Ερχόμενος, λοιπόν, την πρώτη ημέρα
- τι συμβαίνει γύρω μου. Ερχόμενος κάποιος σ' αυτήν την
- επανέλαβεν ο Λυρίγκος πλησιέστερον ερχόμενος. – Τί να ξέρω, γυιέ
- τραβηγμένους μύες του προσώπου. Ερχόμενος στο δωμάτιο κοίταξα αμέσως
- 0,75 ή 75%. Ερχόμενος τώρα να δω τα
- μαρτύρια που είχα περάσει ερχόμενος από το ξενοδοχείο. Θα
Related Phrases
- διότι αν τώρ ερχόμενος
- Σκέφτηκα τα μαρτύρια που είχα περάσει ερχόμενος
- ερχόμενος κάποιος στο χωριό
- ερχόμενος από τη
