Examples from the LingQ library
- λες και το 'κάνε επίτηδες, χτυπούσε όλο και δυνατότερα
- και μουρμούρισε κάτι δυνατά, επίτηδες, για να μη δώσει
- νομίζω ότι το κάνει επίτηδες, και ακούει και καταλαβαίνει
- χρειάζεται παιδεία, και έβαλα επίτηδες το μωρό να γκρινιάξει
- την ξανάκλεισε πίσω της επίτηδες, ίσως, για κάθε ενδεχόμενο
- σα να το 'καναν επίτηδες, είχανε φύγει. Σίγουρα, αυτοί
- σίγουρος πως το έκαναν επίτηδες κι απειλούσε να τους
- αν ο Χάγκριντ είχε επίτηδες αλλάξει το θέμα της
- Λες να σε άφησε επίτηδες να το κάνεις», ρώτησε
- να διαβούμε μπρος. Άφησα επίτηδες τελευταία εικόνα, σαν σύνοψη
- αυτό! Δεν το έκανα επίτηδες! Αλήθεια, δεν το έκανα

