Examples from the LingQ library
- κάτι να του την ενισχύσει ακόμα περισσότερο: Ο φοιτητής
- ανάλογους κινητήρες ώστε να ενισχύσει πρακτικά τη δύναμη. Κι
- να μη μπορέσει να ενισχύσει τους μαχόμενους στις Θερμοπύλες
- στρατιάς, την οποία είχαν ενισχύσει και αρκετές χιλιάδες μηδίσαντων
- το οποίο θέλει να ενισχύσει αυτήν τη διάδραση... ανάμεσα
- συμφώνησε το 2016 να ενισχύσει τις διμερείς εμπορικές σχέσεις
- λιώσιμο των πάγων έχουν ενισχύσει το διεθνές ενδιαφέρον για
- να αλλάξει ή να ενισχύσει ορισμένες συμπεριφορές, όπως την
- παρηγορήσει και θα τον ενισχύσει. Συμπαρασταθείτε του κι εσείς
Related Phrases
- να ενισχύσει τη θέση της αθήνας
- ενισχύσει την παρουσία των
- ενισχύσει την παρουσία των minoan
- να ενισχύσει
- είχαν ενισχύσει και αρκετές χιλιάδες μηδίσαντων ελλήνων
- την οποία είχαν ενισχύσει και αρκετές χιλιάδες μηδίσαντων
- πολλοί υποστηρίζουν ότι αν η ευρώπη δεν ενισχύσει
- ευρώπη δεν ενισχύσει την παρουσια της στα βαλκάνια
- κάτι το οποίο θα ενισχύσει η παρουσία του ριτς
- θα ενισχύσει η παρουσία του ριτς

