Examples from the LingQ library
Related Phrases
- ήταν διστακτικοί ανήσυχοι αλλά και επίσης κάπως αδιάφοροι και βαριεστημένοι
- οι διστακτικοί επιβάτες αποβιβάστηκαν από τα φορτηγά
- όμως ήμασταν λίγο διστακτικοί
- θα είναι ή διστακτικοί να πούνε
- είναι διστακτικοί
- σαστισμένοι άλλοι διστακτικοί και φοβισμένοι
- el όμως ήμασταν λίγο διστακτικοί

