Examples from the LingQ library
- τους και ο καθένας διαδοχικά έδωσε μια έκρηξη σουπερνόβα
- της αρχής της συμπαθείας, διαδοχικά το ένα εγκόσμιο ον
- διάφορα στρώματα αέρα παρασέρνονται διαδοχικά λόγω της εσωτερικής τους
- ακούγεται στ' αυτιά μου. Διαδοχικά τώρα ακούγονται σιδερένιες πόρτες
- διεύρυνση και επεξεργασία σε διαδοχικά στάδια, μέχρι που έχασε
- χρονικό παράλληλο με τα διαδοχικά χειρόγραφα του Σιλμαρίλλιον και
- Κίνα: Φονικοί τυφώνες έπληξαν διαδοχικά τα κεντρικά και ανατολικά
- Φονικοί τυφώνες έπληξαν διαδοχικά τα κεντρικά και ανατολικά
- ότι η γεωργία εξαπλώθηκε διαδοχικά στην Ανατολία και έπειτα
- καθόμουν και συλλογιζόμουν έλυνα διαδοχικά όλ' αυτά τα ζητήματα
- Θεέ μας!…'' Στράφηκα πάλι διαδοχικά και στα τέσσερα σημεία
Related Phrases
- διαδοχικά γεγονότα
- πρόσφερε διαδοχικά
- διαδοχικά χίλιες διακόσιες λίρες
- διαδοχικά χίλιες διακόσιες
- διαδοχικά χίλιες διακόσιες λίρες χίλιες πεντακόσιες λίρες
- διαδοχικά χίλιες διακόσιες λίρες χίλιες πεντακόσιες λίρες χίλιες
- που υπήρξε διαδοχικά αξιωματικός-σύνδεσμος των Άγγλων
- των καθεστώτων που εγκαθίδρυσαν διαδοχικά
- στη σαθρότητα των καθεστώτων που εγκαθίδρυσαν διαδοχικά
- Διαδοχικά τώρα ακούγονται

