Examples from the LingQ library
- τον φράκτη που τον βάφω- που είναι τόσο δύσκολο
- έκοψε η θεία Πετούνια. «Βάφω μερικά παλιά ρούχα του
- ένας straight άντρας που βάφω τα μαλλιά μου και
- λέξη "ξεφουσκώνω" "Ξε" συν "βάφω" Μας προκύπτει η λέξη
- να πάρουμε το ρήμα "βάφω". Πάλι άφησε χώρο για
- δύο "μ". Παραδείγματος χάρη βάφω: "βαφ-" το θέμα, "-φ
- ρήμα χρωματίζω... Να βάλουμε βάφω... και να βάλουμε και
- εδώ πέρα, παιδιά, που βάφω και με κόκκινο χρώμα
Related Phrases
- βάφω μερικά παλιά ρούχα
- βάφω μερικά παλιά ρούχα του ντάντλι γκρίζα για
- βάφω μερικά παλιά ρούχα του ντάντλι γκρίζα
- βάφω μερικά
- βάφω μερικά παλιά
- βάφω αυγά
- βάφω μερικά παλιά ρούχα του ντάντλι γκρίζα για σένα
- Βάφω μερικά παλιά ρούχα του Ντάντλι γκρίζα
- βάφω έβαψα
