Examples from the LingQ library
- Μέσα μου έβραζε αρκετό απόθεμα οργής για τους ξένους
- Και του έδωσε ένα απόθεμα λέμπας, το ψωμί των
- διαθέτει μεγάλο και ανεκμετάλλευτο απόθεμα σπάνιων γαιών. [Η κλιματική
- το έχετε αυτό σε απόθεμα;" Για παράδειγμα Κάνετε ψώνια
- Το έχετε αυτό σε απόθεμα; Δηλαδή αν είναι διαθέσιμο
- έδειξε πως το δημόσιο απόθεμα της Γερμανίας επωφελήθηκε από
- από ελάσματα μολύβδου. Το απόθεμα μας σε χρυσές ράβδους
Related Phrases
- δεν υπάρχει απόθεμα
- απόθεμα των γνώσεών
- άλλως τε ολόκληρον το απόθεμα των διηγήσεών μου και δεν μου μένει πλέον καμμία
- έδωσε ένα απόθεμα λέμπας
- λειτουργήσουν ως απόθεμα διοξειδίου του άνθρακα
- και να ωφεληθούν από το απόθεμα ανταλλακτικών
- έχετε αυτό σε απόθεμα
- σε απόθεμα
- το δημόσιο απόθεμα
- δεν επενδύω σε αυτό το απόθεμα
