Examples from the LingQ library
- που είχαν ήδη αποκτήσει απολυτήριο τίτλο Γυμνασίου και Λυκείου
- αυτές και πέρασαν, απέκτησαν απολυτήριο τίτλο και γράφτηκαν φέτος
- κρατούμενους που έχουν αποκτήσει απολυτήριο τίτλο Γυμνασίου. Εγγράψαμε τις
- καθαρίστρια που πλαστοποιεί το απολυτήριο της να τη δικάζει
- παίρνεις ένα χαρτί το απολυτήριο και την ταυτότητά σου
- γενική παιδεία και το απολυτήριο του Γυμνασίου... Είναι προαπαιτούμενο
Related Phrases
- άκου χρυσό μου όποτε θελήσεις να αποφοιτήσεις στ αλήθεια θα κανονίσω να σου δώσω το απολυτήριο εγώ
- η δεύτερη απαιτούσε απολυτήριο λυκείου
- καθαρίστρια που πλαστοποιεί το απολυτήριο της να τη δικάζει
- παίρνεις ένα χαρτί το απολυτήριο
- βαθμούς στο απολυτήριο
- απολυτήριο τίτλο
- απολυτήριο τίτλο γυμνασίου
- ένα χαρτί το απολυτήριο
- το απολυτήριο
- να πάρει απολυτήριο
