Examples from the LingQ library
- θα καταλήξει στην πρώτη αδιαμφισβήτητη αλήθεια, το «cogito ergo
- από μια μοναδική και αδιαμφισβήτητη αλήθεια, την υποκειμενικότητα. Και
- τα μάτια σε μια αδιαμφισβήτητη παραδοχή σε μια πολλή
- σκληρή, αλλά αδιαμφισβήτητη παραδοχή, που είναι αυτή
- εξουσία την έχει ένας. Αδιαμφισβήτητη εξουσία, συνήθως κληρονομική. Καμιά
- θεών στη Μακεδονία είναι αδιαμφισβήτητη και αποδεικνύεται καθαρά στην
Related Phrases
- αδιαμφισβήτητη παραδοχή
- αδιαμφισβήτητη αλήθεια
- μια αδιαμφισβήτητη παραδοχή
- αδιαμφισβήτητη εξουσία
- την αδιαμφισβήτητη
- την αδιαμφισβήτητη εξουσία
- αλλά αδιαμφισβήτητη παραδοχή που
- αλλά αδιαμφισβήτητη παραδοχή που είναι αυτή
- κλείνουμε τα μάτια σε μια αδιαμφισβήτητη παραδοχή
- αδιαμφισβήτητη παραδοχή που είναι
