Examples from the LingQ library
- δέντρα, του φάνηκε πως έλαμπε ένα φως Κατέβηκε βιαστικά
- από το χαλί. Εκεί έλαμπε! Και προσπάθησα να καταλάβω
- μου. Όσο νύχτωνε τόσο έλαμπε αυτή η φωτιά κι
- όσο έλαμπε τόσο ο Κωστάκης πίστευε
- Μα σε πολλές μεριές έλαμπε, σαν να ήταν ασημένια
- δέντρα, του φάνηκε πως έλαμπε ένα φως. Κατέβηκε βιαστικά
- τη δύση. Ο ήλιος έλαμπε πολύ έντονα, κι όμως
- χαραμάδα αμυδρού φωτός που έλαμπε κάτω από την πόρτα
- αίγλη με την οποία έλαμπε το φως επί του
- για την εμορφιά της, ―έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι
- σκεπή της Σπηλιάς, κι έλαμπε με γλυκό ουράνιο φως
Related Phrases
- ήταν τώρα πεντακάθαρος κι ο ήλιος έλαμπε
- ο ήλιος έλαμπε και τα πουλιά κελαηδουσαν
- ο ήλιος έλαμπε μ όλη τη δύναμή του
- ένα κόκκινο φυλαχτό έλαμπε δυνατά σαν προβολέας
- στρογγυλό του πρόσωπο έλαμπε σαν τεράστιο κεφάλι τυρί ένταμ
- που έλαμπε από πάνω του δεν ήταν η χρυσή
- ουρανό έλαμπε από αστέρια
- έλαμπε σαν φάρος ελπίδας
- τώρα ανάμεσα από τα δέντρα έλαμπε η άκρη ενός φωτεινού πορφυρού ηλίου
- το πρόσωπο της μπέ λατριξ που πριν από λίγες στιγμές έλαμπε από ευτυχία τώρα ήταν
