image

Εγκλημα και τιμωρία (Μερος 2ο), ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 (2)

Την άλλη μέρα πήγα στο γραφείο διευθύνσεων. Και, σκέψου: Μέσα σε δυο λεπτά μου δίνουν τη διεύθυνση σου. Σ' έχουν γραμμένο".

"Γραμμένο!

"Μάλιστα! Και να σκεφτεί κανείς πως δεν μπορούσανε να βρουν τη διεύθυνση του στρατηγού Κομπέλιεβ σε κάποιον που τη ζητούσε μπροστά μου. Αλλά, ας μη χανόμαστε σε τέτοιες λεπτομέρειες. Δεν πρόφτασα να πατήσω το πόδι μου εδώ μέσα κι έμαθα αμέσως όλα τα σχετικά με σένα, ναι, όλα φίλε μου, όλα τα ξέρω και μαρτυράς μου η Ναστάσια. Γνώρισα επίσης και τον Νι-κοντίμ Φόμιτς, μου 'δειξαν τον Ηλία Πετρόβιτς, έπιασα σχέσεις μς τον θυρωρό, με τον κ. Ζαμιότοβ Αλέξανδρο Γρηγορίεβιτς, τον γραμματέα του αστυνομικού τμήματος, και τέλος με την Πατσένκα, που είναι και ο "λαγός" στην όλη υπόθεση. Ρώτα και τη Ναστάσια από δω, τα ξέρει όλα".

"Την τύληξες με τις γαλιφιές σου και ζαχαρώνεις μαζί της", μουρμούρισε η

Ναστάσια γελώντας πνιγμένα.

"Εσύ να μου κάνεις τη χάρη και ν' αφήσεις τη ζάχαρη για το τσάι σου, Ναστάσια

Νικηφόροβνα".

"Α, το ζωντανό! ", φώναξε άξαφνα η Ναστάσια, ξεσπώντας σε γέλια. "Είμαι

Πετρόβνα, μωρέ, και όχι Νικηφόροβνα", πρόσθεσε, ξαφνικά, όταν σταμάτησε το

γέλιο της.

"Καλά, το σημειώνουμε για το μέλλον. Λοιπόν, που λες, φίλε μου, για να μη χανόμαστε σε άσκοπα λόγια, ήθελα να φέρω εδώ μέσα ηλεκτρικό ρεύμα για να ξεριζώσω μια και καλή τις προλήψεις που υπάρχουνε εδώ, αλλά η Πατσένκα έκανε πολύ περισσότερα απ' αυτό. Τί τα θέλεις, φίλε μου, δε φανταζόμουνα ποτέ πως θα 'τανε τόσο χαριτωμένη! Τί λες και συ;".

Ο Ρασκόλνικωφ σώπαινε, παρ' όλο που δεν έπαψε να κοιτάζει τον Ραζουμίχιν

επίμονα και με αγωνία.

"Και μάλιστα", συνέχισε ο Ραζουμίχιν χωρίς να νοιάζεται καθόλου για τη σιωπή

του Ρασκόλνικωφ και σα ν' αναφερότανε σε μια απάντηση που του 'δωσαν, "είναι

γυναίκα απολύτως καθώς πρέπει από κάθε άποψη".

"Α, το ζωντανό", φώναξε πάλι η Ναστάσια, που φαίνεται πως αυτή η κουβέντα

της έδινε μια ευχαρίστηση ανεξήγητη.

"Το δυστύχημα, φίλε μου, είναι πως δεν τα κατάφερες να τη φέρεις βόλτα ευθύς εξ αρχής. Δεν έπρεπε να της φερθείς έτσι. Είναι, πώς να στο πω... αλλόκοτος χαρακτήρας. Αλλά,  θα μιλήσουμε αργότερα για τον χαρακτήρα της...  Πώς μπόρεσες λόγου χάρη να τη φέρεις στο σημείο και να τολμήσει να πάψει να σου στέλνει φαγητό; Ή ακόμα να σου κοινοποιήσει κείνο το γραμμάτιο; Τρελλός είσαι που κάθεσαι και υπογράφεις γραμμάτια; Αμ αυτός ο γάμος που λογάριαζες να κάνεις, όταν ζούσε ακόμα η κόρη της Ναταλία Γιεγκόροβνα; Τα ξέρω όλα.

Βλέπω όμως πως αυτό είναι μια ευαίσθητη χορδή σου και πως εγώ είμαι γάιδαρος. Με συγχωρείς. Αλλά, σχετικά με τις βλακείες, τί λες; Δε νομίζεις πως η Πρασκοβία Πάβλοβνα είναι λιγότερο βλάκας απ' όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς με την πρώτη ματιά;".

"Ναι", ψιθύρισε ο Ρασκόλνικωφ, κοιτάζοντας αλλού και καταλαβαίνοντας ότι καλύτερα θα ήτανε να τον αφήσει να συνεχίσει.

"Συμφωνείς ε;", φώναξε ο Ραζουμίχιν, που ευχαριστήθηκε πολύ καθώς πήρε επιτέλους απάντηση. "Είναι κι έξυπνη, έτσι; Αλλόκοτη γυναίκα σου λέω. Εγώ, τί να σου πω αγαπητέ μου, σε βεβαιώ πως πάει να μου φύγει το μυαλό.

Έχει πατήσει τα σαράντα, παραδέχεται όμως μόνο τα τριανταέξη κι έχει κάθε δικαίωμα να λέει πως είναι τόσο. Κι εξάλλου, σου τ' ορκίζομαι, η κρίση μου είναι καθαρώς πνευματική  και απορρέει μόνο  από  μεταφυσικά δεδομένα:   Το  τί ακριβώς συμβαίνει μεταξύ μας, είναι για μένα πραγματική άλγεβρα και δεν το καταλαβαίνω  καθόλου. Κι  έπειτα,  όλα  αυτά  είναι  ανοησίες. Όσο  για  τη σπιτονοικοκυρά σου, βλέποντας πως δεν πήγαινες πια στο Πανεπιστήμιο, πως δεν είχες ούτε μαθήματα ούτε ρούχα και αφού, μετά το θάνατο της κόρης της, δε μπορούσε να σε βλέπει πια σα συγγενή της, τα χρειάστηκε η γυναίκα. Κι επειδή του λόγου σου, αντί να ζείς όπως πρώτα, καθόσουνα και κοπροσκύλιαζες, σκέφτηκε να σε πετάξει έξω. Το 'χε βάλει από καιρό στο νου της, αλλά φοβότανε για το γραμμάτιο. Επί πλέον, την είχες διαβεβαιώσει ότι η μητέρα σου θα την πλήρωνε".

"Ήτανε ατιμία από μέρους μου, που είπα αυτό το πράγμα... Η μητέρα μου ζητιανεύει σχεδόν. Έλεγα ψέματα, για να μη με διώξει και για να με τάίζει ακόμα", είπε ο Ρασκόλνικωφ, δυνατά και ξεκάθαρα.

"Όσο γι' αυτό, έκανες πολύ καλά. Το κακό είναι πως κατέφυγε στον κύριο Τσεμπάροβ, που  είναι δικηγόρος και επιχειρηματίας. Χωρίς αυτόν,  δεν θα τολμούσε να κάνει τίποτα η Πατσένκα, γιατί είναι πολύ δειλή για κάτι τέτοιο.

Εκείνος όμως δεν είχε τέτοιου είδους δειλίες και η πρώτη ερώτηση που της έκανε ήτανε, φυσικά, τούτη δω: Υπάρχει καμμιά ελπίδα να εξοφλήσει το χρέος του ο νοικάρης σας;

Απάντηση: Μάλιστα, γιατί η μητέρα του, παρ' όλο που παίρνει σύνταξη μόνο εκατόν είκοσι ρούβλια, θα προτιμήσει να μείνει νηστικιά για να εγγυηθεί για το Ρόντια και η αδελφή του θα πουληθεί σα σκλάβα, αν είναι ανάγκη, για να βοηθήσει τον αδελφό της. Πάνω σ' αυτό βασίστηκαν... Τί κουνιέσαι έτσι; Καθώς καταλαβαίνεις, ξέρω πια όλα τα σχετικά με σένα απόξω κι ανακατωτά. Δεν πήγε στράφι που κάθισες και τα εξομολογήθηκες όλα στην Πατσένκα, τον καιρό που σ' έβλεπε σα μέλος της οικογενείας της, και σου μιλάω τώρα έτσι γιατί σ' αγαπώ στ' αλήθεια. Κοίτα να ιδείς τί γίνεται: Όταν ένας άνθρωπος, τίμιος κι ευαίσθητος, ανοίγει την καρδιά του, ο επιχειρηματίας καλοστρώνεται στο τραπέζι του και

κοιτάει πώς να κλαμπουκίσει το μεγαλύτερο κομμάτι. Παραχώρησε λοιπόν η σπιτονοικοκυρά σου το γραμμάτιο σ' εκείνον τον Τσεμπάροβ, προς είσπραξιν και η αφεντιά σου, δίχως να ντραπεί καθόλου, ζήτησε την εξόφληση του νομοτύπως.

Όταν τα 'μαθα όλα αυτά, προσπάθησα, για να 'χω τη συνείδηση μου ήσυχη, να του πω και γω δυο κουβέντες, αλλά στο μεταξύ, αποκαταστάθηκαν αρμονικές σχέσεις ανάμεσα σε μένα και στην Πατσένκα κι έτσι σταμάτησα την υπόθεση "εν τη γενέσει" της που λέμε, μπαίνοντας εγγυητής εγώ ότι θα πλήρωνες. Ακούς, φίλε; Εγγυήθηκα για σένα. Καλέσαμε τον Τσεμπάροβ, του πετάξαμε στα μούτρα καμμιά δεκαριά ρούβλια και του πήραμε πίσω το χαρτί, "ου έχω την τιμή να σου παρουσιάσω. Μας αρκεί ο λόγος σου. Να, παρ' το. Έχω σκίσει και την υπογραφή σου δεόντως".

Ο Ραζουμίχιν ακούμπησε το γραμμάτιο στο τραπέζι. Ο Ρασκόλνικωφ, του 'ριξε μια ματιά και δίχως να πει τίποτα γύρισε κατά τον τοίχο. Τότε, ακόμα και ο Ραζουμίχιν φάνηκε σα να πληγώθηκε.

"Βλέπω, φίλε μου", είπε ύστερ' από λίγο, "πως έκανα βλακεία πάλι. Νόμιζα πως θα ξέσκαγες λιγάκι με τη φλυαρία μου, αλλά έγινε το αντίθετο. Σου 'πρηξα το συκώτι".

"Εσύ ήσουνα που δε σε γνώριζα στο παραλήρημα μου;", ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ, αφού σώπασε και κείνος μια στιγμή και δίχως να γυρίσει το κεφάλι του. "Ναι, εγώ. Και, μάλιστα, πάθαινες κρίσεις με την παρουσία μου - ιδίως εκείνη τη φορά που σου 'φερα τον Ζαμιότοβ". "Ζαμιότοβ; Τον γραμματέα του αστυνόμου; Γιατί τον έφερες;".

Ο   Ρασκόλνικωφ   είχε   γυρίσει   απότομα   και   στύλωσε   τα   μάτια   του   στον Ραζουμίχιν.

"Μα, τί έχεις λοιπόν; Γιατί... νευριάζεις; Ήθελε να σε γνωρίσει. Εκείνος το θέλησε, γιατί μιλήσαμε πολύ για σένα. Διαφορετικά, από πού θα μάθαινα τόσα πράγματα για την αφεντιά σου; Είναι πολύ καλό παιδί.,.από τους καλύτερους...

στο είδος του, φυσικά. Τώρα είμαστε φίλοι αχώριστοι, βλεπόμαστε κάθε μέρα σχεδόν.

Και τώρα τελευταία μετακόμισα σ' αυτήν εδώ τη συνοικία. Πήγαμε δυο φορές μαζί και στης Λουίζας. Τη θυμάσαι τη Λουίζα, τη Λουίζα Ιβάνοβνα;".

"Παραμιλούσα;".

"Με την ψυχή σου! Δεν ήσουνα στα λογικά σου".

"Καιτί έλεγα;".

"Τί θα πεί τί έλεγες; Πού να το ξέρω; Ο άνθρωπος που παραμιλάει, λέει ό,τι του κατεβεί... Έλα, μη χάνουμε άδικα την ώρα μας τώρα, είναι καιρός να κοιτάξουμε και τη δουλειά μας".

Σηκώθηκε και πήρε το καπέλο του.

"Τί έλεγα;".

"Κοίτα τον που επιμένει! Φοβάσαι μην πάει και σου ξέφυγε κανένα μυστικό; Μη φοβάσαι, δεν είπες τίποτα για την πριγκίπισσα σου. Μίλησες όμως για κάποιο μπουλντόγκ, για κάτι σκουλαρίκια, για αλυσιδίτσες ρολογιού, για το νησάκι Κρεστόβσκι, για κάποιο θυρωρό... Ανάφερες επίσης τον Νικοντίμ Φόμιτς και τον Ηλία Πετρόβιτς, τον βοηθό του αστυνόμου. Επί πλέον έδειχνες ζωηρότατο ενδιαφέρον για την κάλτσα σου κι όλο μας έλεγες παραπονιάρικα: "Δώστε μουτηνκάλτσα μου! ".

Ο ίδιος ο Ζαμιότοβ έψαξε σ' όλες τις γωνιές και σου 'φέρε με τα χέρια του τη βρωμόκαλτσά σου, μάλιστα, με τα κάτασπρα χέρια του, τα μοσκοβολισμένα, που ήτανε γεμάτα δαχτυλίδια. Μονάχα τότε ησύχασες... Και κρατούσες αυτή τη βρωμιά στα χέρια σου εικοσιτέσσερις ώρες, δίχως να μπορούμε να την πάρουμε από πάνω σου...

Ακόμα θα 'ναι κάπου, κάτω απ' την κουβέρτα σου. Ζητούσες επίσης και τα ξέφτια του παντελονιού σου, κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ! Αναρωτιόμαστε τί μπορεί να ήτανε αυτά τα ξέφτια, αλλά δεν υπήρχε τρόπος για να βγάλουμε άκρη. Και τώρα δουλειά!

Πάρε τα τριανταπέντε ρούβλια. Κρατάω τα δέκα και μέσα σε δυο ώρες θα σου δώσω λογαριασμό τί τα 'κάνα. Στο μεταξύ, θα κοιτάξω και για τον Ζοσίμοβ, που έπρεπε να είναι εδώ από πολλή ώρα, γιατί είναι έντεκα περασμένες. Και συ, Ναστάσια, να 'ρχεσαι να τον βλέπεις όσο το δυνατό περισσότερο, όσο θα λείπω εγώ. Φρόντισε να του δίνεις να πίνει τίποτα, ή ό,τι άλλο θελήσει... Εξάλλου, θα πω και ο ίδιος στην Πατσένκα τί πρέπει να γίνει. Ωρβουάρ! ".

"Τη λέει Πατσένκα! Α, τον κατεργάρη! ", έκανε η υπηρέτρια όταν εκείνος έφυγε.Ύστερα, άνοιξε την πόρτα κι έστησε τ' αυτί της, αλλά δε μπόρεσε να κρατηθεί και κατέβηκε βιαστικά. Ήτανε πολύ περίεργη να μάθει τί θα της έλεγε: Δε χωράει αμφιβολία, την είχε καταγοητεύσει ολότελα ο Ραζουμίχιν.

Μόλις η Ναστάσια έκλεισε την πόρτα, ο Ρασκόλνικωφ πέταξε την κουβέρτα του και πετάχτηκε  απ'  το  κρεβάτι  σαν  τρελλός. Παρ'   όλο  που  τον  έκαιγε  η ανυπομονησία, περίμενε, ώσπου ν' απομακρυνθούν και οι δυο, για να μπορέσει να κάνει τη δουλειά του.

Αλλά, τί ήτανε αυτή η δουλειά που ήθελα να κάνει; Να που το ξέχασε κιόλας! "θεέ μου! Ένα μονάχα πες μου: Τα ξέρουν όλα ή δεν ξέρουν τίποτα ακόμα; Ίσως να τα ξέρουν και να κάνουν τον ανήξερο για να με ψωνίζουν, όσον καιρό θα είμαι κρεβατωμένος. Ύστερα, θα 'ρθουν ξαφνικά και θα μου πουν πως τα 'ξεραν από καιρό και καμώνονταν πως δεν τα ξέρουν. Τί να κάνω τώρα; Να που το ξέχασα κι αυτό, λες και το κάνω επίτηδες! Ενώ πριν από ένα λεπτό ακόμα το θυμόμουνα! ".

Όρθιος, καταμεσίς στο δωμάτιο του, κοίταζε τριγύρω του με βασανιστική απορία.

Πήγε κατά την πόρτα, την άνοιξε, αφουγκράστηκε. Όχι! Δεν ήτανε αυτό... Ξαφνικά, σα να βρήκε τη μνήμη του, όρμησε στη γωνιά, όπου η ταπετσαρία είχε μια τρύπα, έψαξε προσεχτικά χώνοντας το χέρι του μέσα. Αλλά όχι. Ούτε κι αυτό ήτανε. Πήγε στη θερμάστρα, την άνοιξε κι έψαξε στις στάχτες: Τα ξέφτια απ' το παντελόνι του και η φόδρα της ξεσκισμένης τσέπης, ήτανε ακόμα εκεί, όπως τα πέταξε. Συνεπώς, κανένας δεν κοίταξε στη θερμάστρα.

Τότε, θυμήθηκε την κάλτσα, που ανέφερε ο Ραζουμίχιν. Πραγματικά, βρισκότανε στο ντιβάνι του, κάτω απ' την κουβέρτα, ήτανε όμως τόσο τριμμένη και τόσο βρώμικη που, σίγουρα ο Ζαμιότοβ, δε θα μπόρεσε να προσέξει τίποτα. "Χμ!... Ο Ζαμιότοβ! Η αστυνομία! Γιατί όμως με καλούνε στην αστυνομία; Πού είναι η πρόσκληση; Όχι! Τα μπερδεύω - την προηγούμενη φορά μου είχανε στείλει πρόσκληση! Τότε, κοίταζα προσεχτικά την άκρη της κάλτσας μου, ενώ τώρα... τώρα ήμουνα άρρωστος. Αλήθεια όμως, γιατί ήρθε εδώ ο Ζαμιότοβ;", μουρμούρισε καταρρέοντας, ενώ ξανακαθόταν στο ντιβάνι. 'Τί συμβαίνει λοιπόν; Βρίσκομαι ακόμα σε παραλήρημα ή μήπως γίνονται αυτά στ' αλήθεια; Έτσι φαίνεται θα είναι!... Αχ! θυμάμαι, ναι!...Πρέπει να φύγω. Να φύγω το γρηγορότερο!... Να φύγω οπωσδήποτε!... Αλλά... πού να πάω; Και πού είναι τα ρούχα μου; Δε βλέπω πουθενά μπότες! Μου τίς πήρανε! Τις κρύψανε! Καταλαβαίνω... Α! Να το παλτό μου! Δεν το πρόσεξαν αυτό! Να και λεφτά πάνω στο τραπέζι! Δόξα σοι ο θεός! Να και το γραμμάτιο, εδώ είναι κι αυτό!... θα πάρω τα λεφτά και θα φύγω. θα νοικιάσω αλλού δωμάτιο, δε θα με βρουν!... Ναι, αλλά το γραφείο διευθύνσεων; θα με ανακαλύψουν! θα με ανακαλύψει ο Ραζουμίχιν! Καλύτερα να φύγω ολότελα μακριά... στην Αμερική... και να τους στείλω όλους στο διάβολο! Πρέπει να πάρω και το γραμμάτιο!... θα μου χρησιμέψει εκεί πέρα! Τι άλλο να πάρω ακόμα; Νομίζουν πως είμαι άρρωστος!... Δεν τους περνάει καθόλου απ' το μυαλό πως μπορώ να περπατήσω! Χε! χε! χε! Το διάβασα στα μάτια τους πως τα ξέρουν όλα! Δεν έχω παρά να κατεβώ τη σκάλα... Αν όμως φυλάνε το σπίτι; Αν συναντήσω αστυνομικούς; Τί είναι αυτό; Τσάι; Α, έχει μείνει και μισό μπουκάλι μπίρα, πολύ παγωμένη!". Άρπαξε το μπουκάλι, όπου είχε μείνει ακόμα ένα ποτήρι μπίρα και τη ρούφηξε μονοκοπανιάς με ευχαρίστηση, σα να 'θελε να σβήσει έτσι τη φωτιά, που έκαιγε στα στήθη του. Αλλά μέσα σ' ένα λεπτό, η μπίρα του 'φέρε μια δυνατή ζαλάδα κι ένιωσε ένα ρίγος ελαφρό, κι ευχάριστο μάλιστα, στις πλάτες του. Ξάπλωσε κι έριξε την κουβέρτα από πάνω του.

Οι σκέψεις του, που ήτανε και πρωτύτερα νοσηρές και ασυνάρτητες, άρχισαν τώρα να μπερδεύονται όλο και περισσότερο, ώσπου σε λίγο τον πήρε ένας γλυκός ύπνος. Έχωσε το κεφάλι του ηδονικά στο προσκέφαλο, διπλώθηκε ακόμα περισσότερο στο μαλακό καπλατισμένο πάπλωμα, που είχε αντικαταστήσει τώρα το κουρελιάρικο παλτό του, αναστέναξε βαθιά κι αποκοιμήθηκε, κάνοντας έναν ύπνο βαθύ και ευεργετικό.

Ξύπνησε, ακούγοντας να μπαίνει κάποιος στο δωμάτιο του. Άνοιξε τα μάτια και είδε τον Ραζουμίχιν, που στεκότανε στην πόρτα, διστάζοντας να μπεί μέσα. Ο Ρασκόλνικωφ πετάχτηκε στο ντιβάνι του απότομα και τον κοίταξε με ύφος ανθρώπου που αγωνίζεται να θυμηθεί κάτι.

"Μπα! Δεν κοιμάσαι; Να 'μαι λοιπόν που γύρισα! Ναστάσια, φέρε το πακέτο! ", φώναξε ο Ραζουμίχιν στην υπηρέτρια, που στεκότανε κάτω... "Τώρα θα σου δώσω λογαριασμό...".

"Τί   ώρα   είναι;",   ρώτησε   ο   Ρασκόλνικωφ,   ρίχνοντας   τριγύρω   του   ένα τρομοκρατημένο βλέμμα.

"Μα την πίστη  μου,  τον πήρες για τα καλά! Νύχτωσε,  θα κοντεύει έξη.

Κοιμήθηκες δηλαδή έξη ώρες συνέχεια! ".

"Θεέ μου! Πώς μπόρεσα;".

"Ε,  κι ύστερα;  Κοιμήσου  με  την ψυχή  σου! Δε  βιάζεσαι για τίποτα. Δε φαντάζομαι να έχεις κανένα ραντεβού! Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας.

Περίμενα  τρεις   ώρες  να  ξυπνήσεις. Μπήκα  δυο   φορές   εδώ   μέσα,   αλλά κοιμόσουνα. Πήγα επίσης δυο φορές στον Ζοσίμοβ. Δεν τον βρήκα στο σπίτι του, αλλά δεν έχει σημασία αυτό. Θα 'ρθεί!... Χρειάστηκε ν' απουσιάσω λιγάκι και για κάτι   προσωπικές   μου   υποθέσεις. Γιατί   σήμερα   το   πρωί   μετακόμισα,   τα μετακόμισα όλα, και το θείο μου ακόμα. Γιατί έχω κι ένα θείο τώρα. Στο διάβολο όμως! Ας αρχίσουμε τη δουλειά. Φέρε το δέμα εδώ, Ναστάσια. θα τ' ανοίξουμε αμέσως. Όμως... Πώς αισθάνεσαι, φίλε μου;".

"Καλά, δεν είμαι άρρωστος πια... Έμεινες πολύ εδώ μέσα Ραζουμίχιν;".

"Αφού σου λέω πως περίμενα τρεις ώρες να ξυπνήσεις;".

"Όχι τώρα, πριν".

"Τί πριν;".

"Πόσον καιρό έρχεσαι δω μέσα;".

"Μα, στα είπα όλα με το νι και με το σίγμα χθες, δεν το θυμάσαι;".

Ο Ρασκόλνικωφ άρχισε να σκέφτεται. Όλα αυτά που έγιναν, του φαίνονταν σαν όνειρο. Δε μπορούσε να θυμηθεί τίποτα μόνος του και κοίταξε τον Ραζουμίχιν ερωτηματικά.

"Χμ!... ", έκανε εκείνος. "Τα ξέχασες! Πριν από λίγο μου φάνηκε πως δεν ήσουνα εντελώς καλά... Αλλά τώρα βλέπω πως ο ύπνος σου 'κάνε καλό... Αλήθεια, η όψη σου είναι καλύτερη... Μπράβο! Ας δουλέψουμε, όμως, ας δουλέψουμε τώρα. Θα τα θυμηθείς αμέσως όλα. Κοίτα κατά δω, αγαπητέ μου".

Άρχισε να λύνει ένα πακέτο, που έδειχνε ότι τον ενδιέφερε περισσότερο απ' τ' άλλα.

"Ξέρεις, φίλε μου, το 'χα μαράζι στην καρδιά μου να σε ιδώ και σένα επί τέλους μια μέρα ντυμένον σαν άνθρωπο. Λοιπόν, ας αρχίσουμε απ' τα πάνω. Το βλέπεις τούτο δω το κασκέτο;" είπε τραβώντας από το πακέτο ένα καπέλο αρκετά όμορφο, αν και φτηνότατο και συνηθισμένο. "Στάσου να στο προβάρω, μια στιγμή".

"Όχι τώρα, αργότερα", έκανε ο Ρασκόλνικωφ, κάνοντας τον πέρα απότομα.

"Α, όλα κι όλα φίλε μου Ρόντια, μην επιμένεις. Πιο αργά θα είναι πολύ αργά - δε θα 'κλεινά όλη τη νύχτα μάτι από την έγνοια μου, γιατί τ'  αγόρασα στα κουτουρού,  δίχως να ξέρω  τα  μέτρα σου. Α! Σου πάει θαύμα! ",  φώναξε θριαμβευτικά, αφού του το δοκίμασε.

"Κουτί σου 'ρχεται! Το καπέλο, φίλε μου, είναι το ουσιαστικότερο εξάρτημα της ενδυμασίας, δείχνει, να πούμε, ποιος είσαι. Ο φίλος μου ο Τολστιάκοβ, είναι υποχρεούμενος να βγάζει το καπέλο του κάθε φορά που θα βρεθεί σε δημόσιο χώρο, όπου οι άλλοι φοράνε το δικό τους. Όλοι νομίζουν πως το κάνει από δουλοπρέπεια, ενώ αυτός ο φουκαράς το βγάζει μόνο και μόνο γιατί ντρέπεται να έχει μια τέτοια πελαργοφωλιά στο κεφάλι του - είναι, βλέπεις, πολύ ντροπαλός!... Έλα δω Ναστάσια. Κοίτα τούτα δω τα δυο καπέλα: Το καβουράκι απ' τη μια μεριά (έψαξε και βρήκε σε μια γωνιά το παλιό στραπατσαρισμένο καπέλο του Ρασκόλνικωφ) και τούτο το πολύτιμο κόσμημα της πιλοποιίας απ' την άλλη! Και μάντεψε αν μπορείς, Ρόντια, τί πλήρωσα γι' αυτό; Ε, Ναστάσια;", είπε γυρίζοντας κατά την υπηρέτρια, καθώς είδε πως ο Ρασκόλνικωφ σώπαινε.

"Είκοσι καπίκια, το λιγότερο", απάντησε εκείνη.

"Τον κακό σου τον καιρό", της φώναξε ο Ραζουμίχιν θυμωμένα, "με είκοσι καπίκια ούτε εσένα δε μπορεί ν' αγοράσει κανείς σήμερα.

Έσκασα γι' αυτό ογδόντα καπίκια και τούτο γιατί ήτανε λίγο φορεμένο. Και μάλιστα, τ' αγόρασα με τη συμφωνία, μόλις θα σου στραπατσαριστεί, να περάσεις από κει του χρόνου και θα σου δώσουν ένα άλλο - εντελώς δωρεάν, λόγω τιμής. Και τώρα, ας περάσουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως λέγαμε στο Γυμνάσιο. Πριν απ' όλα, σε προειδοποιώ ότι είμαι περήφανος για τούτο δω - κι άπλωσε μπροστά στον Ρασκόλνικωφ ένα παντελόνι γκρίζο, από ύφασμα ψιλό, καλοκαιριάτικο - ούτε τρυπίτσα, ούτε λεκές, πολύ εμφανίσιμο, αν και φορεμένο, και στον ίδιο χρωματισμό με το γιλέκο, όπως το απαιτεί η μόδα. Κι εξάλλου, τα φορεμένα είναι πολύ καλύτερα απ' τ' αφόρετα, πιο μαλακά, πιο βολικά. Κατά τη γνώμη μου, Ρόντια, μπορείς να πας μπροστά, σ' αυτόν τον κόσμο, φτάνει μόνο ν' ακολουθείς πάντοτε την εποχή: Όταν δε ζητάς σπαράγγια το Γενάρη, όλο και θα μένουν λίγα ρούβλια στο πορτοφόλι σου. Αυτό ακριβώς έγινε με τούτα δω τα ψώνια: Έχουμε καλοκαίρι και ψώνισα καλοκαιρινά. Το φθινόπωρο θα χρειαστείς πιο ζεστά ρούχα κι έτσι θα μπορείς να τα ξεφορτωθείς αυτά - πολλώ μάλλον αφού ως τότε θα 'χουνε γίνει κουρέλια από μόνα τους, λόγω φυσικών αιτίων, αν όχι λόγω υπερβολικής χρήσεως. Λοιπόν, μάντεψε τώρα πόσα πλήρωσα για όλα αυτά κατά τη γνώμη σου; Δυο ρούβλια και είκοσι καπίκια! Και να λάβεις υπ' όψη σου ότι αγοράστηκαν όλα με τη συμφωνία να μπορείς του χρόνου, μόλις σου χαλάσουνε, να τ' αντικαταστήσεις εντελώς δωρεάν! Έτσι πουλάει πάντοτε το παλιατζίδικο του Φεντιάγεφ. Πληρώνεις μια φορά για όλη σου τη ζωή, δεδομένου ότι δε θα 'χεις πια ποτέ την όρεξη να ξαναπατήσεις εκεί μέσα. Και τώρα, ας περάσουμε στις μπότες. Πώς τίς βρίσκεις; Φαίνεται αμέσως πως είναι φορεμένες, αλλά μπορούν να σε ικανοποιήσουν απολύτως για δυο μήνες γεμάτους, γιατί είναι πράμα ευρωπαϊκό: Τίς πούλησε κάποιος γραμματικός της Αγγλικής Πρεσβείας την περασμένη βδομάδα. Είναι ζήτημα αν τίς είχε φορέσει έξη μέρες, είχε όμως μεγάλη ανάγκη από λεφτά. Τιμή: Ένα ρούβλι και πενήντα καπίκια. Είναι ή δεν είναι πρώτης τάξεως δουλειά;."

"Μπορεί να μην είναι στα μέτρα του", παρατήρησε η Ναστάσια. "Δεν είναι στα μέτρα του, ακούς! Και τούτο δω τί είναι;". Και τράβηξε αμέσως απ' την τσέπη του τη μια από τις χιλιοτρυπημένες και τσαλακωμένες μπότες του Ρασκόλνικωφ.

"Έλαβα τα μέτρα μου και πήρανε το νούμερο του από τούτο δω το τέρας. Όλη ηδουλειά έγινε με πολλή ευσυνειδησία. Όσο τώρα για τα εσώρουχα, τα κανόνισα με τη σπιτονοικοκυρά σου. Να λοιπόν τρία πουκάμισα από ύφασμα χοντρό, αλλά με μοντέρνο μπλαστρόν. Έχουμε λοιπόν και λέμε: Ογδόντα καπίκια το κασκέτο, δυο ρούβλια και εικοσιπέντε τ' άλλα πράγματα, μας κάνουν το όλον εννέα ρούβλια και πενηνταπέντε καπίκια. Ορίστε και τα σαρανταπέντε καπίκια ρέστα.

Έτσι λοιπόν, Ρόντια, είναι τώρα του κουτιού γιατί, κατά τη γνώμη μου, το παλτό σου όχι μόνον φοριέται ακόμα, αλλά έχει κι έναν αέρα λίαν αριστοκρατικόν - να τί θα πει να ράβεται κανείς στού Σάρμερ! Για κάλτσες και λοιπά, σ' αφήνω να φροντίσεις μόνος σου... Μας μένουν ακόμα εικοσιπέντε ρούβλια και δεν έχεις ν'ανησυχείς ούτε για την Πατσένκα, ούτε για το νοίκι σου: Πίστωσις απεριόριστος.

Και τώρα, φίλε μου, να μου επιτρέψεις να σ' αλλάξω τα εσώρουχα, γιατί δεν αποκλείεται καθόλου όλη σου η αρρώστια να φωλιάζει εκεί μέσα".

"Άφησε με, δε θέλω! ", φώναξε ο Ρασκόλνικωφ, που άκουσε αηδιάζοντας όλη την εξιστόρηση, που του έκανε με ψεύτικο χιούμορ ο Ραζουμίχιν, για την αγορά τωνρούχων...

"Α, όχι, δε γίνεται αυτό φίλε μου. Τζάμπα δηλαδή έσπασα εγώ τα πόδια μου; Έλα καλή  μου Ναστάσια,  μην κάνεις πως ντρέπεσαι και βοήθησε  με! Α,  έτσι μπράβο! ".

Και, παρά την αντίσταση του Ρασκόλνικωφ, του άλλαξε τα εσώρουχα. Εκείνος, ξανάπεσε στο προσκέφαλο του και έμεινε αμίλητος δυο λεφτά.

"Οα τρομάξουν να ξεκολλήσουνε από δω μέσα", σκεφτότανε.

"Με τί λεφτά αγοράστηκαν όλα αυτά;", ρώτησε τέλος κοιτάζοντας κατά τον τοίχο.

"Με τί λεφτά; Έλα Χριστέ και Παναγιά; Με τα δικά σου. Ένας υπάλληλος ήρθε το πρωί από τον έμπορο Βαχρούσιν, σου τα στέλνει η μητέρα σου, δεν το θυμάσαι;".

"Τώρα θυμάμαι...", ψιθύρισε ο Ρασκόλνικωφ, αφού σκέφτηκε κάμποση ώρα βασανισιτκά.

Ο Ραζουμίχιν τον κοίταξε κατσουφιάζοντας και με κάποια ανησυχία. Η πόρτα άνοιξε. Μπήκε μέσα ένας άνθρωπος ψηλός, με παχειές πλάτες, που φαινότανε να ξέρει λίγο τον Ρασκόλνικωφ.

"Ζοσίμοβ! Επί τέλους ήρθες! ", φώναξε ο Ραζουμίχιν χαρούμενος.



Want to learn a language?


Learn from this text and thousands like it on LingQ.

  • A vast library of audio lessons, all with matching text
  • Revolutionary learning tools
  • A global, interactive learning community.

Language learning online @ LingQ

Την άλλη μέρα πήγα στο γραφείο διευθύνσεων. Και, σκέψου: Μέσα σε δυο λεπτά μου δίνουν τη διεύθυνση σου. Σ' έχουν γραμμένο".

"Γραμμένο!

"Μάλιστα! Και να σκεφτεί κανείς πως δεν μπορούσανε να βρουν τη διεύθυνση του στρατηγού Κομπέλιεβ σε κάποιον που τη ζητούσε μπροστά μου. Αλλά, ας μη χανόμαστε σε τέτοιες λεπτομέρειες. Δεν πρόφτασα να πατήσω το πόδι μου εδώ μέσα κι έμαθα αμέσως όλα τα σχετικά με σένα, ναι, όλα φίλε μου, όλα τα ξέρω και μαρτυράς μου η Ναστάσια. Γνώρισα επίσης και τον Νι-κοντίμ Φόμιτς, μου 'δειξαν τον Ηλία Πετρόβιτς, έπιασα σχέσεις μς τον θυρωρό, με τον κ. Ζαμιότοβ Αλέξανδρο Γρηγορίεβιτς, τον γραμματέα του αστυνομικού τμήματος, και τέλος με την Πατσένκα, που είναι και ο "λαγός" στην όλη υπόθεση. Ρώτα και τη Ναστάσια από δω, τα ξέρει όλα".

"Την τύληξες με τις γαλιφιές σου και ζαχαρώνεις μαζί της", μουρμούρισε η

Ναστάσια γελώντας πνιγμένα.

"Εσύ να μου κάνεις τη χάρη και ν' αφήσεις τη ζάχαρη για το τσάι σου, Ναστάσια

Νικηφόροβνα".

"Α, το ζωντανό! ", φώναξε άξαφνα η Ναστάσια, ξεσπώντας σε γέλια. "Είμαι

Πετρόβνα, μωρέ, και όχι Νικηφόροβνα", πρόσθεσε, ξαφνικά, όταν σταμάτησε το

γέλιο της.

"Καλά, το σημειώνουμε για το μέλλον. Λοιπόν, που λες, φίλε μου, για να μη χανόμαστε σε άσκοπα λόγια, ήθελα να φέρω εδώ μέσα ηλεκτρικό ρεύμα για να ξεριζώσω μια και καλή τις προλήψεις που υπάρχουνε εδώ, αλλά η Πατσένκα έκανε πολύ περισσότερα απ' αυτό. Τί τα θέλεις, φίλε μου, δε φανταζόμουνα ποτέ πως θα 'τανε τόσο χαριτωμένη! Τί λες και συ;".

Ο Ρασκόλνικωφ σώπαινε, παρ' όλο που δεν έπαψε να κοιτάζει τον Ραζουμίχιν

επίμονα και με αγωνία.

"Και μάλιστα", συνέχισε ο Ραζουμίχιν χωρίς να νοιάζεται καθόλου για τη σιωπή

του Ρασκόλνικωφ και σα ν' αναφερότανε σε μια απάντηση που του 'δωσαν, "είναι

γυναίκα απολύτως καθώς πρέπει από κάθε άποψη".

"Α, το ζωντανό", φώναξε πάλι η Ναστάσια, που φαίνεται πως αυτή η κουβέντα

της έδινε μια ευχαρίστηση ανεξήγητη.

"Το δυστύχημα, φίλε μου, είναι πως δεν τα κατάφερες να τη φέρεις βόλτα ευθύς εξ αρχής. Δεν έπρεπε να της φερθείς έτσι. Είναι, πώς να στο πω... αλλόκοτος χαρακτήρας. Αλλά,  θα μιλήσουμε αργότερα για τον χαρακτήρα της...  Πώς μπόρεσες λόγου χάρη να τη φέρεις στο σημείο και να τολμήσει να πάψει να σου στέλνει φαγητό; Ή ακόμα να σου κοινοποιήσει κείνο το γραμμάτιο; Τρελλός είσαι που κάθεσαι και υπογράφεις γραμμάτια; Αμ αυτός ο γάμος που λογάριαζες να κάνεις, όταν ζούσε ακόμα η κόρη της Ναταλία Γιεγκόροβνα; Τα ξέρω όλα.

Βλέπω όμως πως αυτό είναι μια ευαίσθητη χορδή σου και πως εγώ είμαι γάιδαρος. Με συγχωρείς. Αλλά, σχετικά με τις βλακείες, τί λες; Δε νομίζεις πως η Πρασκοβία Πάβλοβνα είναι λιγότερο βλάκας απ' όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς με την πρώτη ματιά;".

"Ναι", ψιθύρισε ο Ρασκόλνικωφ, κοιτάζοντας αλλού και καταλαβαίνοντας ότι καλύτερα θα ήτανε να τον αφήσει να συνεχίσει.

"Συμφωνείς ε;", φώναξε ο Ραζουμίχιν, που ευχαριστήθηκε πολύ καθώς πήρε επιτέλους απάντηση. "Είναι κι έξυπνη, έτσι; Αλλόκοτη γυναίκα σου λέω. Εγώ, τί να σου πω αγαπητέ μου, σε βεβαιώ πως πάει να μου φύγει το μυαλό.

Έχει πατήσει τα σαράντα, παραδέχεται όμως μόνο τα τριανταέξη κι έχει κάθε δικαίωμα να λέει πως είναι τόσο. Κι εξάλλου, σου τ' ορκίζομαι, η κρίση μου είναι καθαρώς πνευματική  και απορρέει μόνο  από  μεταφυσικά δεδομένα:   Το  τί ακριβώς συμβαίνει μεταξύ μας, είναι για μένα πραγματική άλγεβρα και δεν το καταλαβαίνω  καθόλου. Κι  έπειτα,  όλα  αυτά  είναι  ανοησίες. Όσο  για  τη σπιτονοικοκυρά σου, βλέποντας πως δεν πήγαινες πια στο Πανεπιστήμιο, πως δεν είχες ούτε μαθήματα ούτε ρούχα και αφού, μετά το θάνατο της κόρης της, δε μπορούσε να σε βλέπει πια σα συγγενή της, τα χρειάστηκε η γυναίκα. Κι επειδή του λόγου σου, αντί να ζείς όπως πρώτα, καθόσουνα και κοπροσκύλιαζες, σκέφτηκε να σε πετάξει έξω. Το 'χε βάλει από καιρό στο νου της, αλλά φοβότανε για το γραμμάτιο. Επί πλέον, την είχες διαβεβαιώσει ότι η μητέρα σου θα την πλήρωνε".

"Ήτανε ατιμία από μέρους μου, που είπα αυτό το πράγμα... Η μητέρα μου ζητιανεύει σχεδόν. Έλεγα ψέματα, για να μη με διώξει και για να με τάίζει ακόμα", είπε ο Ρασκόλνικωφ, δυνατά και ξεκάθαρα.

"Όσο γι' αυτό, έκανες πολύ καλά. Το κακό είναι πως κατέφυγε στον κύριο Τσεμπάροβ, που  είναι δικηγόρος και επιχειρηματίας. Χωρίς αυτόν,  δεν θα τολμούσε να κάνει τίποτα η Πατσένκα, γιατί είναι πολύ δειλή για κάτι τέτοιο.

Εκείνος όμως δεν είχε τέτοιου είδους δειλίες και η πρώτη ερώτηση που της έκανε ήτανε, φυσικά, τούτη δω: Υπάρχει καμμιά ελπίδα να εξοφλήσει το χρέος του ο νοικάρης σας;

Απάντηση: Μάλιστα, γιατί η μητέρα του, παρ' όλο που παίρνει σύνταξη μόνο εκατόν είκοσι ρούβλια, θα προτιμήσει να μείνει νηστικιά για να εγγυηθεί για το Ρόντια και η αδελφή του θα πουληθεί σα σκλάβα, αν είναι ανάγκη, για να βοηθήσει τον αδελφό της. Πάνω σ' αυτό βασίστηκαν... Τί κουνιέσαι έτσι; Καθώς καταλαβαίνεις, ξέρω πια όλα τα σχετικά με σένα απόξω κι ανακατωτά. Δεν πήγε στράφι που κάθισες και τα εξομολογήθηκες όλα στην Πατσένκα, τον καιρό που σ' έβλεπε σα μέλος της οικογενείας της, και σου μιλάω τώρα έτσι γιατί σ' αγαπώ στ' αλήθεια. Κοίτα να ιδείς τί γίνεται: Όταν ένας άνθρωπος, τίμιος κι ευαίσθητος, ανοίγει την καρδιά του, ο επιχειρηματίας καλοστρώνεται στο τραπέζι του και

κοιτάει πώς να κλαμπουκίσει το μεγαλύτερο κομμάτι. Παραχώρησε λοιπόν η σπιτονοικοκυρά σου το γραμμάτιο σ' εκείνον τον Τσεμπάροβ, προς είσπραξιν και η αφεντιά σου, δίχως να ντραπεί καθόλου, ζήτησε την εξόφληση του νομοτύπως.

Όταν τα 'μαθα όλα αυτά, προσπάθησα, για να 'χω τη συνείδηση μου ήσυχη, να του πω και γω δυο κουβέντες, αλλά στο μεταξύ, αποκαταστάθηκαν αρμονικές σχέσεις ανάμεσα σε μένα και στην Πατσένκα κι έτσι σταμάτησα την υπόθεση "εν τη γενέσει" της που λέμε, μπαίνοντας εγγυητής εγώ ότι θα πλήρωνες. Ακούς, φίλε; Εγγυήθηκα για σένα. Καλέσαμε τον Τσεμπάροβ, του πετάξαμε στα μούτρα καμμιά δεκαριά ρούβλια και του πήραμε πίσω το χαρτί, "ου έχω την τιμή να σου παρουσιάσω. Μας αρκεί ο λόγος σου. Να, παρ' το. Έχω σκίσει και την υπογραφή σου δεόντως".

Ο Ραζουμίχιν ακούμπησε το γραμμάτιο στο τραπέζι. Ο Ρασκόλνικωφ, του 'ριξε μια ματιά και δίχως να πει τίποτα γύρισε κατά τον τοίχο. Τότε, ακόμα και ο Ραζουμίχιν φάνηκε σα να πληγώθηκε.

"Βλέπω, φίλε μου", είπε ύστερ' από λίγο, "πως έκανα βλακεία πάλι. Νόμιζα πως θα ξέσκαγες λιγάκι με τη φλυαρία μου, αλλά έγινε το αντίθετο. Σου 'πρηξα το συκώτι".

"Εσύ ήσουνα που δε σε γνώριζα στο παραλήρημα μου;", ρώτησε ο Ρασκόλνικωφ, αφού σώπασε και κείνος μια στιγμή και δίχως να γυρίσει το κεφάλι του. "Ναι, εγώ. Και, μάλιστα, πάθαινες κρίσεις με την παρουσία μου - ιδίως εκείνη τη φορά που σου 'φερα τον Ζαμιότοβ". "Ζαμιότοβ; Τον γραμματέα του αστυνόμου; Γιατί τον έφερες;".

Ο   Ρασκόλνικωφ   είχε   γυρίσει   απότομα   και   στύλωσε   τα   μάτια   του   στον Ραζουμίχιν.

"Μα, τί έχεις λοιπόν; Γιατί... νευριάζεις; Ήθελε να σε γνωρίσει. Εκείνος το θέλησε, γιατί μιλήσαμε πολύ για σένα. Διαφορετικά, από πού θα μάθαινα τόσα πράγματα για την αφεντιά σου; Είναι πολύ καλό παιδί.,.από τους καλύτερους...

στο είδος του, φυσικά. Τώρα είμαστε φίλοι αχώριστοι, βλεπόμαστε κάθε μέρα σχεδόν.

Και τώρα τελευταία μετακόμισα σ' αυτήν εδώ τη συνοικία. Πήγαμε δυο φορές μαζί και στης Λουίζας. Τη θυμάσαι τη Λουίζα, τη Λουίζα Ιβάνοβνα;".

"Παραμιλούσα;".

"Με την ψυχή σου! Δεν ήσουνα στα λογικά σου".

"Καιτί έλεγα;".

"Τί θα πεί τί έλεγες; Πού να το ξέρω; Ο άνθρωπος που παραμιλάει, λέει ό,τι του κατεβεί... Έλα, μη χάνουμε άδικα την ώρα μας τώρα, είναι καιρός να κοιτάξουμε και τη δουλειά μας".

Σηκώθηκε και πήρε το καπέλο του.

"Τί έλεγα;".

"Κοίτα τον που επιμένει! Φοβάσαι μην πάει και σου ξέφυγε κανένα μυστικό; Μη φοβάσαι, δεν είπες τίποτα για την πριγκίπισσα σου. Μίλησες όμως για κάποιο μπουλντόγκ, για κάτι σκουλαρίκια, για αλυσιδίτσες ρολογιού, για το νησάκι Κρεστόβσκι, για κάποιο θυρωρό... Ανάφερες επίσης τον Νικοντίμ Φόμιτς και τον Ηλία Πετρόβιτς, τον βοηθό του αστυνόμου. Επί πλέον έδειχνες ζωηρότατο ενδιαφέρον για την κάλτσα σου κι όλο μας έλεγες παραπονιάρικα: "Δώστε μουτηνκάλτσα μου! ".

Ο ίδιος ο Ζαμιότοβ έψαξε σ' όλες τις γωνιές και σου 'φέρε με τα χέρια του τη βρωμόκαλτσά σου, μάλιστα, με τα κάτασπρα χέρια του, τα μοσκοβολισμένα, που ήτανε γεμάτα δαχτυλίδια. Μονάχα τότε ησύχασες... Και κρατούσες αυτή τη βρωμιά στα χέρια σου εικοσιτέσσερις ώρες, δίχως να μπορούμε να την πάρουμε από πάνω σου...

Ακόμα θα 'ναι κάπου, κάτω απ' την κουβέρτα σου. Ζητούσες επίσης και τα ξέφτια του παντελονιού σου, κλαίγοντας με μαύρο δάκρυ! Αναρωτιόμαστε τί μπορεί να ήτανε αυτά τα ξέφτια, αλλά δεν υπήρχε τρόπος για να βγάλουμε άκρη. Και τώρα δουλειά!

Πάρε τα τριανταπέντε ρούβλια. Κρατάω τα δέκα και μέσα σε δυο ώρες θα σου δώσω λογαριασμό τί τα 'κάνα. Στο μεταξύ, θα κοιτάξω και για τον Ζοσίμοβ, που έπρεπε να είναι εδώ από πολλή ώρα, γιατί είναι έντεκα περασμένες. Και συ, Ναστάσια, να 'ρχεσαι να τον βλέπεις όσο το δυνατό περισσότερο, όσο θα λείπω εγώ. Φρόντισε να του δίνεις να πίνει τίποτα, ή ό,τι άλλο θελήσει... Εξάλλου, θα πω και ο ίδιος στην Πατσένκα τί πρέπει να γίνει. Ωρβουάρ! ".

"Τη λέει Πατσένκα! Α, τον κατεργάρη! ", έκανε η υπηρέτρια όταν εκείνος έφυγε.Ύστερα, άνοιξε την πόρτα κι έστησε τ' αυτί της, αλλά δε μπόρεσε να κρατηθεί και κατέβηκε βιαστικά. Ήτανε πολύ περίεργη να μάθει τί θα της έλεγε: Δε χωράει αμφιβολία, την είχε καταγοητεύσει ολότελα ο Ραζουμίχιν.

Μόλις η Ναστάσια έκλεισε την πόρτα, ο Ρασκόλνικωφ πέταξε την κουβέρτα του και πετάχτηκε  απ'  το  κρεβάτι  σαν  τρελλός. Παρ'   όλο  που  τον  έκαιγε  η ανυπομονησία, περίμενε, ώσπου ν' απομακρυνθούν και οι δυο, για να μπορέσει να κάνει τη δουλειά του.

Αλλά, τί ήτανε αυτή η δουλειά που ήθελα να κάνει; Να που το ξέχασε κιόλας! "θεέ μου! Ένα μονάχα πες μου: Τα ξέρουν όλα ή δεν ξέρουν τίποτα ακόμα; Ίσως να τα ξέρουν και να κάνουν τον ανήξερο για να με ψωνίζουν, όσον καιρό θα είμαι κρεβατωμένος. Ύστερα, θα 'ρθουν ξαφνικά και θα μου πουν πως τα 'ξεραν από καιρό και καμώνονταν πως δεν τα ξέρουν. Τί να κάνω τώρα; Να που το ξέχασα κι αυτό, λες και το κάνω επίτηδες! Ενώ πριν από ένα λεπτό ακόμα το θυμόμουνα! ".

Όρθιος, καταμεσίς στο δωμάτιο του, κοίταζε τριγύρω του με βασανιστική απορία.

Πήγε κατά την πόρτα, την άνοιξε, αφουγκράστηκε. Όχι! Δεν ήτανε αυτό... Ξαφνικά, σα να βρήκε τη μνήμη του, όρμησε στη γωνιά, όπου η ταπετσαρία είχε μια τρύπα, έψαξε προσεχτικά χώνοντας το χέρι του μέσα. Αλλά όχι. Ούτε κι αυτό ήτανε. Πήγε στη θερμάστρα, την άνοιξε κι έψαξε στις στάχτες: Τα ξέφτια απ' το παντελόνι του και η φόδρα της ξεσκισμένης τσέπης, ήτανε ακόμα εκεί, όπως τα πέταξε. Συνεπώς, κανένας δεν κοίταξε στη θερμάστρα.

Τότε, θυμήθηκε την κάλτσα, που ανέφερε ο Ραζουμίχιν. Πραγματικά, βρισκότανε στο ντιβάνι του, κάτω απ' την κουβέρτα, ήτανε όμως τόσο τριμμένη και τόσο βρώμικη που, σίγουρα ο Ζαμιότοβ, δε θα μπόρεσε να προσέξει τίποτα. "Χμ!... Ο Ζαμιότοβ! Η αστυνομία! Γιατί όμως με καλούνε στην αστυνομία; Πού είναι η πρόσκληση; Όχι! Τα μπερδεύω - την προηγούμενη φορά μου είχανε στείλει πρόσκληση! Τότε, κοίταζα προσεχτικά την άκρη της κάλτσας μου, ενώ τώρα... τώρα ήμουνα άρρωστος. Αλήθεια όμως, γιατί ήρθε εδώ ο Ζαμιότοβ;", μουρμούρισε καταρρέοντας, ενώ ξανακαθόταν στο ντιβάνι. 'Τί συμβαίνει λοιπόν; Βρίσκομαι ακόμα σε παραλήρημα ή μήπως γίνονται αυτά στ' αλήθεια; Έτσι φαίνεται θα είναι!... Αχ! θυμάμαι, ναι!...Πρέπει να φύγω. Να φύγω το γρηγορότερο!... Να φύγω οπωσδήποτε!... Αλλά... πού να πάω; Και πού είναι τα ρούχα μου; Δε βλέπω πουθενά μπότες! Μου τίς πήρανε! Τις κρύψανε! Καταλαβαίνω... Α! Να το παλτό μου! Δεν το πρόσεξαν αυτό! Να και λεφτά πάνω στο τραπέζι! Δόξα σοι ο θεός! Να και το γραμμάτιο, εδώ είναι κι αυτό!... θα πάρω τα λεφτά και θα φύγω. θα νοικιάσω αλλού δωμάτιο, δε θα με βρουν!... Ναι, αλλά το γραφείο διευθύνσεων; θα με ανακαλύψουν! θα με ανακαλύψει ο Ραζουμίχιν! Καλύτερα να φύγω ολότελα μακριά... στην Αμερική... και να τους στείλω όλους στο διάβολο! Πρέπει να πάρω και το γραμμάτιο!... θα μου χρησιμέψει εκεί πέρα! Τι άλλο να πάρω ακόμα; Νομίζουν πως είμαι άρρωστος!... Δεν τους περνάει καθόλου απ' το μυαλό πως μπορώ να περπατήσω! Χε! χε! χε! Το διάβασα στα μάτια τους πως τα ξέρουν όλα! Δεν έχω παρά να κατεβώ τη σκάλα... Αν όμως φυλάνε το σπίτι; Αν συναντήσω αστυνομικούς; Τί είναι αυτό; Τσάι; Α, έχει μείνει και μισό μπουκάλι μπίρα, πολύ παγωμένη!". Άρπαξε το μπουκάλι, όπου είχε μείνει ακόμα ένα ποτήρι μπίρα και τη ρούφηξε μονοκοπανιάς με ευχαρίστηση, σα να 'θελε να σβήσει έτσι τη φωτιά, που έκαιγε στα στήθη του. Αλλά μέσα σ' ένα λεπτό, η μπίρα του 'φέρε μια δυνατή ζαλάδα κι ένιωσε ένα ρίγος ελαφρό, κι ευχάριστο μάλιστα, στις πλάτες του. Ξάπλωσε κι έριξε την κουβέρτα από πάνω του.

Οι σκέψεις του, που ήτανε και πρωτύτερα νοσηρές και ασυνάρτητες, άρχισαν τώρα να μπερδεύονται όλο και περισσότερο, ώσπου σε λίγο τον πήρε ένας γλυκός ύπνος. Έχωσε το κεφάλι του ηδονικά στο προσκέφαλο, διπλώθηκε ακόμα περισσότερο στο μαλακό καπλατισμένο πάπλωμα, που είχε αντικαταστήσει τώρα το κουρελιάρικο παλτό του, αναστέναξε βαθιά κι αποκοιμήθηκε, κάνοντας έναν ύπνο βαθύ και ευεργετικό.

Ξύπνησε, ακούγοντας να μπαίνει κάποιος στο δωμάτιο του. Άνοιξε τα μάτια και είδε τον Ραζουμίχιν, που στεκότανε στην πόρτα, διστάζοντας να μπεί μέσα. Ο Ρασκόλνικωφ πετάχτηκε στο ντιβάνι του απότομα και τον κοίταξε με ύφος ανθρώπου που αγωνίζεται να θυμηθεί κάτι.

"Μπα! Δεν κοιμάσαι; Να 'μαι λοιπόν που γύρισα! Ναστάσια, φέρε το πακέτο! ", φώναξε ο Ραζουμίχιν στην υπηρέτρια, που στεκότανε κάτω... "Τώρα θα σου δώσω λογαριασμό...".

"Τί   ώρα   είναι;",   ρώτησε   ο   Ρασκόλνικωφ,   ρίχνοντας   τριγύρω   του   ένα τρομοκρατημένο βλέμμα.

"Μα την πίστη  μου,  τον πήρες για τα καλά! Νύχτωσε,  θα κοντεύει έξη.

Κοιμήθηκες δηλαδή έξη ώρες συνέχεια! ".

"Θεέ μου! Πώς μπόρεσα;".

"Ε,  κι ύστερα;  Κοιμήσου  με  την ψυχή  σου! Δε  βιάζεσαι για τίποτα. Δε φαντάζομαι να έχεις κανένα ραντεβού! Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας.

Περίμενα  τρεις   ώρες  να  ξυπνήσεις. Μπήκα  δυο   φορές   εδώ   μέσα,   αλλά κοιμόσουνα. Πήγα επίσης δυο φορές στον Ζοσίμοβ. Δεν τον βρήκα στο σπίτι του, αλλά δεν έχει σημασία αυτό. Θα 'ρθεί!... Χρειάστηκε ν' απουσιάσω λιγάκι και για κάτι   προσωπικές   μου   υποθέσεις. Γιατί   σήμερα   το   πρωί   μετακόμισα,   τα μετακόμισα όλα, και το θείο μου ακόμα. Γιατί έχω κι ένα θείο τώρα. Στο διάβολο όμως! Ας αρχίσουμε τη δουλειά. Φέρε το δέμα εδώ, Ναστάσια. θα τ' ανοίξουμε αμέσως. Όμως... Πώς αισθάνεσαι, φίλε μου;".

"Καλά, δεν είμαι άρρωστος πια... Έμεινες πολύ εδώ μέσα Ραζουμίχιν;".

"Αφού σου λέω πως περίμενα τρεις ώρες να ξυπνήσεις;".

"Όχι τώρα, πριν".

"Τί πριν;".

"Πόσον καιρό έρχεσαι δω μέσα;".

"Μα, στα είπα όλα με το νι και με το σίγμα χθες, δεν το θυμάσαι;".

Ο Ρασκόλνικωφ άρχισε να σκέφτεται. Όλα αυτά που έγιναν, του φαίνονταν σαν όνειρο. Δε μπορούσε να θυμηθεί τίποτα μόνος του και κοίταξε τον Ραζουμίχιν ερωτηματικά.

"Χμ!... ", έκανε εκείνος. "Τα ξέχασες! Πριν από λίγο μου φάνηκε πως δεν ήσουνα εντελώς καλά... Αλλά τώρα βλέπω πως ο ύπνος σου 'κάνε καλό... Αλήθεια, η όψη σου είναι καλύτερη... Μπράβο! Ας δουλέψουμε, όμως, ας δουλέψουμε τώρα. Θα τα θυμηθείς αμέσως όλα. Κοίτα κατά δω, αγαπητέ μου".

Άρχισε να λύνει ένα πακέτο, που έδειχνε ότι τον ενδιέφερε περισσότερο απ' τ' άλλα.

"Ξέρεις, φίλε μου, το 'χα μαράζι στην καρδιά μου να σε ιδώ και σένα επί τέλους μια μέρα ντυμένον σαν άνθρωπο. Λοιπόν, ας αρχίσουμε απ' τα πάνω. Το βλέπεις τούτο δω το κασκέτο;" είπε τραβώντας από το πακέτο ένα καπέλο αρκετά όμορφο, αν και φτηνότατο και συνηθισμένο. "Στάσου να στο προβάρω, μια στιγμή".

"Όχι τώρα, αργότερα", έκανε ο Ρασκόλνικωφ, κάνοντας τον πέρα απότομα.

"Α, όλα κι όλα φίλε μου Ρόντια, μην επιμένεις. Πιο αργά θα είναι πολύ αργά - δε θα 'κλεινά όλη τη νύχτα μάτι από την έγνοια μου, γιατί τ'  αγόρασα στα κουτουρού,  δίχως να ξέρω  τα  μέτρα σου. Α! Σου πάει θαύμα! ",  φώναξε θριαμβευτικά, αφού του το δοκίμασε.

"Κουτί σου 'ρχεται! Το καπέλο, φίλε μου, είναι το ουσιαστικότερο εξάρτημα της ενδυμασίας, δείχνει, να πούμε, ποιος είσαι. Ο φίλος μου ο Τολστιάκοβ, είναι υποχρεούμενος να βγάζει το καπέλο του κάθε φορά που θα βρεθεί σε δημόσιο χώρο, όπου οι άλλοι φοράνε το δικό τους. Όλοι νομίζουν πως το κάνει από δουλοπρέπεια, ενώ αυτός ο φουκαράς το βγάζει μόνο και μόνο γιατί ντρέπεται να έχει μια τέτοια πελαργοφωλιά στο κεφάλι του - είναι, βλέπεις, πολύ ντροπαλός!... Έλα δω Ναστάσια. Κοίτα τούτα δω τα δυο καπέλα: Το καβουράκι απ' τη μια μεριά (έψαξε και βρήκε σε μια γωνιά το παλιό στραπατσαρισμένο καπέλο του Ρασκόλνικωφ) και τούτο το πολύτιμο κόσμημα της πιλοποιίας απ' την άλλη! Και μάντεψε αν μπορείς, Ρόντια, τί πλήρωσα γι' αυτό; Ε, Ναστάσια;", είπε γυρίζοντας κατά την υπηρέτρια, καθώς είδε πως ο Ρασκόλνικωφ σώπαινε.

"Είκοσι καπίκια, το λιγότερο", απάντησε εκείνη.

"Τον κακό σου τον καιρό", της φώναξε ο Ραζουμίχιν θυμωμένα, "με είκοσι καπίκια ούτε εσένα δε μπορεί ν' αγοράσει κανείς σήμερα.

Έσκασα γι' αυτό ογδόντα καπίκια και τούτο γιατί ήτανε λίγο φορεμένο. Και μάλιστα, τ' αγόρασα με τη συμφωνία, μόλις θα σου στραπατσαριστεί, να περάσεις από κει του χρόνου και θα σου δώσουν ένα άλλο - εντελώς δωρεάν, λόγω τιμής. Και τώρα, ας περάσουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως λέγαμε στο Γυμνάσιο. Πριν απ' όλα, σε προειδοποιώ ότι είμαι περήφανος για τούτο δω - κι άπλωσε μπροστά στον Ρασκόλνικωφ ένα παντελόνι γκρίζο, από ύφασμα ψιλό, καλοκαιριάτικο - ούτε τρυπίτσα, ούτε λεκές, πολύ εμφανίσιμο, αν και φορεμένο, και στον ίδιο χρωματισμό με το γιλέκο, όπως το απαιτεί η μόδα. Κι εξάλλου, τα φορεμένα είναι πολύ καλύτερα απ' τ' αφόρετα, πιο μαλακά, πιο βολικά. Κατά τη γνώμη μου, Ρόντια, μπορείς να πας μπροστά, σ' αυτόν τον κόσμο, φτάνει μόνο ν' ακολουθείς πάντοτε την εποχή: Όταν δε ζητάς σπαράγγια το Γενάρη, όλο και θα μένουν λίγα ρούβλια στο πορτοφόλι σου. Αυτό ακριβώς έγινε με τούτα δω τα ψώνια: Έχουμε καλοκαίρι και ψώνισα καλοκαιρινά. Το φθινόπωρο θα χρειαστείς πιο ζεστά ρούχα κι έτσι θα μπορείς να τα ξεφορτωθείς αυτά - πολλώ μάλλον αφού ως τότε θα 'χουνε γίνει κουρέλια από μόνα τους, λόγω φυσικών αιτίων, αν όχι λόγω υπερβολικής χρήσεως. Λοιπόν, μάντεψε τώρα πόσα πλήρωσα για όλα αυτά κατά τη γνώμη σου; Δυο ρούβλια και είκοσι καπίκια! Και να λάβεις υπ' όψη σου ότι αγοράστηκαν όλα με τη συμφωνία να μπορείς του χρόνου, μόλις σου χαλάσουνε, να τ' αντικαταστήσεις εντελώς δωρεάν! Έτσι πουλάει πάντοτε το παλιατζίδικο του Φεντιάγεφ. Πληρώνεις μια φορά για όλη σου τη ζωή, δεδομένου ότι δε θα 'χεις πια ποτέ την όρεξη να ξαναπατήσεις εκεί μέσα. Και τώρα, ας περάσουμε στις μπότες. Πώς τίς βρίσκεις; Φαίνεται αμέσως πως είναι φορεμένες, αλλά μπορούν να σε ικανοποιήσουν απολύτως για δυο μήνες γεμάτους, γιατί είναι πράμα ευρωπαϊκό: Τίς πούλησε κάποιος γραμματικός της Αγγλικής Πρεσβείας την περασμένη βδομάδα. Είναι ζήτημα αν τίς είχε φορέσει έξη μέρες, είχε όμως μεγάλη ανάγκη από λεφτά. Τιμή: Ένα ρούβλι και πενήντα καπίκια. Είναι ή δεν είναι πρώτης τάξεως δουλειά;."

"Μπορεί να μην είναι στα μέτρα του", παρατήρησε η Ναστάσια. "Δεν είναι στα μέτρα του, ακούς! Και τούτο δω τί είναι;". Και τράβηξε αμέσως απ' την τσέπη του τη μια από τις χιλιοτρυπημένες και τσαλακωμένες μπότες του Ρασκόλνικωφ.

"Έλαβα τα μέτρα μου και πήρανε το νούμερο του από τούτο δω το τέρας. Όλη ηδουλειά έγινε με πολλή ευσυνειδησία. Όσο τώρα για τα εσώρουχα, τα κανόνισα με τη σπιτονοικοκυρά σου. Να λοιπόν τρία πουκάμισα από ύφασμα χοντρό, αλλά με μοντέρνο μπλαστρόν. Έχουμε λοιπόν και λέμε: Ογδόντα καπίκια το κασκέτο, δυο ρούβλια και εικοσιπέντε τ' άλλα πράγματα, μας κάνουν το όλον εννέα ρούβλια και πενηνταπέντε καπίκια. Ορίστε και τα σαρανταπέντε καπίκια ρέστα.

Έτσι λοιπόν, Ρόντια, είναι τώρα του κουτιού γιατί, κατά τη γνώμη μου, το παλτό σου όχι μόνον φοριέται ακόμα, αλλά έχει κι έναν αέρα λίαν αριστοκρατικόν - να τί θα πει να ράβεται κανείς στού Σάρμερ! Για κάλτσες και λοιπά, σ' αφήνω να φροντίσεις μόνος σου... Μας μένουν ακόμα εικοσιπέντε ρούβλια και δεν έχεις ν'ανησυχείς ούτε για την Πατσένκα, ούτε για το νοίκι σου: Πίστωσις απεριόριστος.

Και τώρα, φίλε μου, να μου επιτρέψεις να σ' αλλάξω τα εσώρουχα, γιατί δεν αποκλείεται καθόλου όλη σου η αρρώστια να φωλιάζει εκεί μέσα".

"Άφησε με, δε θέλω! ", φώναξε ο Ρασκόλνικωφ, που άκουσε αηδιάζοντας όλη την εξιστόρηση, που του έκανε με ψεύτικο χιούμορ ο Ραζουμίχιν, για την αγορά τωνρούχων...

"Α, όχι, δε γίνεται αυτό φίλε μου. Τζάμπα δηλαδή έσπασα εγώ τα πόδια μου; Έλα καλή  μου Ναστάσια,  μην κάνεις πως ντρέπεσαι και βοήθησε  με! Α,  έτσι μπράβο! ".

Και, παρά την αντίσταση του Ρασκόλνικωφ, του άλλαξε τα εσώρουχα. Εκείνος, ξανάπεσε στο προσκέφαλο του και έμεινε αμίλητος δυο λεφτά.

"Οα τρομάξουν να ξεκολλήσουνε από δω μέσα", σκεφτότανε.

"Με τί λεφτά αγοράστηκαν όλα αυτά;", ρώτησε τέλος κοιτάζοντας κατά τον τοίχο.

"Με τί λεφτά; Έλα Χριστέ και Παναγιά; Με τα δικά σου. Ένας υπάλληλος ήρθε το πρωί από τον έμπορο Βαχρούσιν, σου τα στέλνει η μητέρα σου, δεν το θυμάσαι;".

"Τώρα θυμάμαι...", ψιθύρισε ο Ρασκόλνικωφ, αφού σκέφτηκε κάμποση ώρα βασανισιτκά.

Ο Ραζουμίχιν τον κοίταξε κατσουφιάζοντας και με κάποια ανησυχία. Η πόρτα άνοιξε. Μπήκε μέσα ένας άνθρωπος ψηλός, με παχειές πλάτες, που φαινότανε να ξέρει λίγο τον Ρασκόλνικωφ.

"Ζοσίμοβ! Επί τέλους ήρθες! ", φώναξε ο Ραζουμίχιν χαρούμενος.


×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.