image

Εγκλημα και τιμωρία (Μερος 2ο), ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (2)

Ανεβαίνοντας στού Ραζουμίχιν δεν το σκέφθηκε καθόλου πως θα βρισκότανε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Τώρα, διαπίστωνε ξαφνικά πως του ήτανε φοβερά ανυπόφορο να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με οποιονδήποτε στον κόσμο. Φούντωνε μέσα του η κακία. Λίγο ακόμα και θα τον έπνιγε η οργή κατά του ίδιου του εαυτού του, αμέσως μόλις πέρασε το κατώφλι του Ραζουμίχιν.

"Γεια σου", έκανε απότομα και τράβηξε κατά την πόρτα.

"Στάσου, στάσου λοιπόν, θεότρελλε! ".

"Δεν αξίζει τον κόπο", ξανάπε ο Ρασκόλνικωφ, τραβώντας το χέρι του.

"Τότε, γιατί στο διάβολο ήρθες; Μήπως τρελλάθηκες για τα καλά; Για στάσου.

Μ' αυτό που κάνεις είναι για μένα προσβολή σχεδόν... Δε θα σ' αφήσω να φύγεις έτσι".

"Ε, λοιπόν, άκου. Ήρθα γιατί δεν ξέρω κανέναν άλλον από σένα, που να μπορεί να με βοηθήσει... ν' αρχίσω... γιατί είσαι ο καλύτερος απ' όλους, δηλαδή ο πιο έξυπνος και μπορείς να κρίνεις... Τώρα όμως βλέπω πως δεν έχω ανάγκη από τίποτα, ακούς; Δε θέλω απολύτως τίποτα... ούτε τις υπηρεσίες, ούτε τη συμπάθεια κανενός... Είμαι ολομόναχος... κι αυτό μου αρκεί. Άφησε με ήσυχο".

"Για περίμενε μια στιγμή, βρε σαχλέ! Είσαι ολότελα παλαβός! Αυτό είναι και δε μου το βγάζεις με τίποτα απ' το μυαλό. Άκου: Μαθήματα δεν έχω ούτε και γω και δε δίνω δεκάρα για δαύτα, υπάρχει όμως στα παλαιοβιβλιοπωλεία κάποιος Χερουβίμωφ, που αξίζει όσο κι' ένα μάθημα. Δε θα τον άλλαζα ούτε με πέντε παραδόσεις, σε σπίτια εμπορευομένων. Βγάζει κάτι επιστημονικά φυλλάδια που πουλιούνται σαν ψωμοτύρι. Όλη η υπόθεση είναι στον τίτλο. Έλεγες πάντοτε πως είμαι βλάκας. Ε, λοιπόν, φίλε μου, σε βεβαιώ πως υπάρχουν βλάκες πολύ μεγαλύτεροι από μένα. Ο εκδότης μου παρακολουθεί τη μόδα. Ο ίδιος δεν ξέρει ούτε την αλφαβήτα, αλλά εγώ, φυσικά, τον ενθαρρύνω. Να, λόγου χάριν τούτα δω τα δυο μεγάλα τυπογραφικά και το γερμανικό πρωτότυπο που, κατά τη γνώμη μου, είναι βλακωδέστατος τσαρλατανισμός: Διαπραγματεύεται το θέμα αν η γυναίκα είναι ή όχι ανθρώπινο πλάσμα! Φυσικά, αποδείχνει κατά τρόπο θριαμβευτικό ότι πράγματι είναι ανθρώπινο πλάσμα! Ο Χερουβίμωφ το βγάζει γιατί το γυναικείο ζήτημα είναι στην ημερησία διάταξη, κι εγώ το μεταφράζω. Αυτά τα δύο τυπογραφικά, θα τα τεντώσει σα λάστιχο ο Χερουβίμωφ και θα τα κάνει έξη. θα του κολλήσουμε κι έναν τίτλο χτυπητό που θα πιάνει μισή σελίδα και θα το πουλήσουμε πενήντα καπίκια. Να δουλειά με φούντες! Για τη μετάφραση μου παίρνω έξη ρούβλια το τυπογραφικό, θα πάρω δηλαδή το όλον δεκαπέντε ρούβλια. Απ' αυτά, τσίμπησα τα έξη προκαταβολή.

'Όταν τελειώσει αυτή η δουλειά, θα μεταφράσουμε ένα έργο που γράφει για τη φάλαινα. Κατόπιν, έχουμε επισημάνει στο δεύτερο μέρος των "Confessions"1 κάτι σαχλαμάρες που σκυλοβαριέσαι να τίς διαβάζεις - θα τίς μεταφράσουμε κι αυτές, γιατί κάποιος σφύριξε στον Χερουβίμωφ ότι ο Ρουσώ είναι κάτι σαν τον Ραντίτσεφ2. Εγώ, φυσικά, δε φέρνω καμμιά αντίρρηση - αυτό μας έλειπε τώρα! Λοιπόν, θέλεις να μεταφράσεις το δεύτερο τυπογραφικό του "Είναι ανθρώπινον πλάσμα η γυνή;". Αν σου αρέσει, πάρε αμέσως το κείμενο, πάρε χαρτί και πέννα και δέξου τα τρία μου ρούβλια. 'Όταν το τελειώσεις, θα πάρεις άλλα τρία. Α! Σε παρακαλώ, μη νομίσεις πως σου κάνω καμμιά χάρη. Ίσα-ίσα μάλιστα. Μόλις σε είδα να μπαίνεις μέσα, σκέφτηκα αμέσως πως θα μπορούσες να μου φανείς χρήσιμος. Πρώτα-πρώτο, είμαι τζόρας στην ορθογραφία. Ύστερα, είμαι και κουμπούρας στα γερμανικά. Τόσο που τίς περισσότερες φορές γράφω, ό,τι μου κατεβεί και παρηγοριέμαι με τη σκέψη πως αυτά που γράφω έτσι θα είναι

1 Έργο του Ζ. Ζ. Ρουσώ. 2 Ρώσος συγγραφέας του 18ου αϊ., επηρεασμένος από τον Ρουσώ.

καλύτερα απ' το πρωτότυπο. Πού να το ξέρεις όμως; Μπορεί να είναι και χειρότερα. Λοιπόν, δέχεσαι ή δε δέχεσαι;".

Ο Ρασκόλνικωφ πήρε αμίλητα το γερμανικό κείμενο και έφυγε χωρίς να πεί λέξη.

Ο Ραζουμίχιν τον κοίταζε με κατάπληξη καθώς έφευγε. Μόλις όμως έφτασε στη γωνιά του δρόμου ξαναγύρισε απότομα πίσω, ανέβηκε στο δωμάτιο του Ραζουμίχιν, άφησε πάνω στο τραπέζι το γερμανικό κείμενο και τα τρία ρούβλια και ξανάφυγε δίχως να πει πάλι λέξη.

"Μα, τί διάβολο σ' έπιασε;", μούγκρισε ο Ραζουμίχιν έξω φρενών πια. "Κωμωδία παίζεις; Εσύ θα με κάνεις να χάσω το μυαλό μου στο τέλος!... Τί διάβολο, για ποιο λόγο ήρθες τότε;".

"Δεν έχω ανάγκη... από μεταφράσεις...", ψέλλισε ο Ρασκόλνικωφ, που κατέβαινε κιόλας τη σκάλα.

"Τότε, τί διάβολο έχεις ανάγκη;" του φώναξε από πάνω ο Ραζουμίχιν. Εκείνος εξακολούθησε να κατεβαίνει αμίλητα.

"Ε! Για πες μου: Πού κάθεσαι;".

Καμμιά απάντηση.

Ο Ρασκόλνικωφ βρισκότανε κιόλας στον δρόμο. Στη γέφυρα του Νικολάου ξανάρθε ακόμα μια φορά στα συγκαλά του, από κάποιο μικροεπεισόδιο, μάλλον δυσάρεστο.

Κάποιος αμαξάς που οδηγούσε ένα αρχοντικό αμάξι, τον χτύπησε δυνατά με το καμουτσί του, γιατί παρά λίγο να τον πατήσουν τ' άλογα, παρ' όλο πού του φώναξε τρεις φορές να προσέξει, θύμωσε τόσο πολύ μ' αυτό το χτύπημα, ώστε τινάχτηκε μ' ένα πήδημα στα κάγκελα του γεφυριού - περπάταγε, δίχως να το καταλαβαίνει, καταμεσίς στη γέφυρα, εκεί όπου περνούσαν όχι οι πεζοί, αλλά τ' αμάξια. Έτριζε τα δόντια του με λύσσα, ενώ γύρω του οι άνθρωποι τον κορόιδευαν και γελούσαν.

"Τα 'χει κοπανήσει για τα καλά! ".

"Κάνας πορτοφολάς θα είναι! ".

"Να πάρει η οργή! Παρασταίνουνε τον μεθυσμένο και ρίχνονται επίτηδες κάτω απ' τ' αμάξια για να παίρνουν ύστερα αποζημίωση! ".

"Είναι κι αυτό ένα κόλπο όπως τ' άλλα".

Καθώς όμως στεκότανε όρθιος κοντά στο κιγκλίδωμα, κοιτάζοντας αγριεμένα και αποβλακωμένα το αμάξι που απομακρυνότανε και ξύνοντας τη ράχη του, κατάλαβε πως κάποιος του 'βάζε λεφτά στο χέρι. Γύρισε και κοίταξε. Στεκότανε μπροστά του μια μεσόκοπη γυναίκα απ' την τάξη των εμπόρων, με μαντήλα στο κεφάλι της, καθώς και μια κοπελίτσα - κόρη της καθώς φαίνεται - με καπελάκι και με πράσινη ομπρέλα.

Ο Ρασκόλνικωφ τα πήρε κι αυτές συνέχισαν το δρόμο τους. Από το ντύσιμο του και την όψη του, σίγουρα θα τον είχαν πάρει για ζητιάνο, από κείνους τους φτωχοδιακονιάρηδες που γυρίζουνε στους δρόμους ζητώντας ελεημοσύνη πενταροδεκάρες. Ήτανε φανερό ότι τα είκοσι καπίκια του τα δώσανε γιατί τον λυπηθήκανε για την καμουτσικιά που έφαγε. Σφίγγοντας στο χέρι του τα είκοσι καπίκια, προχώρησε καμμιά δεκαριά βήματα και ύστερα γύρισε κατά το Νέβα, κοιτάζοντας προς τ' Ανάκτορα. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα συννεφάκι και τα νερά ήτανε γαλανά σχεδόν - πράγμα πολύ σπάνιο για το Νέβα. Ο τρούλλος της μητρόπολης, που δεν τον βλέπεις από κανένα άλλο μέρος καλύτερα παρά μονάχα απ' αυτή τη γέφυρα, λαμποκοπούσε θαυμαστά στην πεντακάθαρη ατμόσφαιρα και μπορούσες να διακρίνεις όλα του τα στολίδια. Αλάφρωσε ο πόνος του και ξέχασε την καμουτσικιά που είχε φάει. Τον απασχολούσε τώρα μια σκέψη, μια ανησυχία ακαθόριστη. Είχε στυλωμένο επίμονα το βλέμμα του σ' αυτό το τοπίο, που του ήτανε πολύ γνωστό. Άλλοτε, τότε που πήγαινε ακόμα στο Πανεπιστήμιο και προ πάντων όταν γύριζε στο σπίτι του, στεκότανε πολλές φορές σ' αυτή εδώ την ίδια θέση για ν' απολαύσει το θαυμάσιο τούτο θέαμα. Και κάθε φορά που το 'βλέπε, ένιωθε μια εντύπωση αινιγματική - πλημμυριζότανε από μια αίσθηση παγωνιάς, μπροστά σε τούτο το θεσπέσιο πανόραμα. Όλη αυτή η πομπώδης λαμπρότητα του φαινόταν άψυχη και στείρα. Απορούσε και ο ίδιος κάθε φορά μ' αυτή την πένθιμη και αινιγματική εντύπωση, αλλά μην έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό του, άφηνε γι' αργότερα την επεξήγηση εκείνης της εντυπώσεώς του. Τώρα, θυμήθηκε ξαφνικά με απόλυτη ακρίβεια όλα τα ερωτήματα που έβαζε τότε στον εαυτό του, όλες τις αμφιβολίες που τον πολιορκούσαν. Και του φάνηκε πως δεν ήτανε καθόλου τυχαίο που τα θυμήθηκε. Μήπως δεν ήτανε παράξενο και το ότι στάθηκε στην ίδια αυτή θέση, σαν άλλοτε, σα να πίστευε στ' αλήθεια πως μπορούσε να κάνει τις ίδιες σκέψεις που έκανε άλλοτε, να ενδιαφερθεί για τα ίδια θέματα και για τα ίδια θεάματα που τον συγκινούσαν τότε... ως τώρα τελευταία; Λίγο ακόμα και θα το 'βρίσκε γελοίο, παρ' όλο που τον έκανε να νιώθει έναν πόνο που του έσφιγγε την καρδιά.

Είχε την αίσθηση πως όλο του πια το παρελθόν, όλες του οι ιδέες, τα προβλήματα, τα ζητήματα και τα παλιά του αισθήματα, βρίσκονταν κάτω απ' τα πόδια του, στο βάθος μιας αδιαπέραστης αβύσσου, ακριβώς σαν το θέαμα που ξετυλιγότανε μπροστά στα μάτια του τώρα, και σαν το εαυτό του τον ίδιο μ' όλα τ' άλλα γύρω του. Του φαινότανε πως πέταγε πια σε ύψη άπειρα και πως τα πάντα χάνονταν από μπροστά του.

Με μια κίνηση που έκανε, άθελα του, κατάλαβε πως στη σφιγμένη χούφτα του κρατούσε ακόμα το νόμισμα των είκοσι καπικιών. Άνοιξε την παλάμη του, το κοίταξε και το πέταξε στο ποτάμι. Ύστερα, έκανε μεταβολή και γύρισε στο δωμάτιο του. Του φαινότανε πως αυτή τη στιγμή, έκοψε και τον τελευταίο δεσμό, που τον ένωνε ακόμα με τον κόσμο των ζωντανών.

Έφτασε στο δωμάτιο του κατά το βράδυ, δηλαδή είχανε κυλήσει έξη ολόκληρες ώρες από τότε που έφυγε. Πώς και από ποιους δρόμους γύρισε δεν το 'ξερε ούτε ο ίδιος.

Γδύθηκε ανατριχιάζοντας σαν άλογο ξεθεωμένο απ' την κούραση, ξάπλωσε στο ντιβάνι, έριξε απάνω του το παλτό του και βυθίστηκε αμέσως στον ύπνο.

Ξύπνησε ξαφνικά από μια τρομερή κραυγή, που ακούστηκε μες στο πνιχτό σκοτάδι, θεέ μου!

Τί κραυγή ήτανε κείνη! Ποτέ του δεν είχε ιδεί και δεν είχε ακούσει τέτοιο κολασμένο σαματά, τέτοια ουρλιαχτά, τέτοιους λυγμούς, τριξίματα δοντιών, χτυπήματα και κατάρες! Δε μπορούσε να φαντασθεί τόση σκληράδα και αγριότητα.

Τρομοκρατήθηκε και μισοσηκώθηκε στο ντιβάνι του. Ένιωθε την καρδιά του να σταματάει και το μαρτύριο αυτό να μεγαλώνει από στιγμή σε στιγμή. Τα χτυπήματα, όμως, οι λυγμοί και οι βρισιές ακούγονταν όλο και πιο δυνατά. Και, ξαφνικά, αναγνώρισε με απέραντη κατάπληξη τη φωνή της σπιτονοικοκυράς του.

Ούρλιαζε, βογγούσε σπαραχτικά, λαχανιασμένα και τόσο πολύ γρήγορα, που δεν κατόρθωνε να καταλάβει τί έλεγε: Καθώς φαίνεται, τους ικέτευε να πάψουν να την χτυπάνε γιατί κάποιος την έδερνε αλύπητα.

Η φωνή εκείνου που τη χτυπούσε έτσι ήτανε τόσο τρομερά οργισμένη και γεμάτη λύσσα, ώστε γινότανε κάτι σα βραχνή κραυγή. Αλλά κι αυτός μούγκριζε κάτι που δεν μπορούσες να το ξεχωρίσεις, έτσι πνιγμένη καθώς ήτανε η ανάσα του.

Ξαφνικά, ο Ρασκόλνικωφ ανατρίχιασε: Τη γνώρισε εκείνη τη φωνή, ήτανε του Ηλία Πετρόβιτς! "Ο Ηλίας Πετρόβιτς είναι εδώ μέσα και χτυπάει τη σπιτονοικοκυρά! Την κλωτσοπατάει, της χτυπάει το κεφάλι στα σκαλιά, είναι ολοφάνερο! Το καταλαβαίνει κανείς απ' τους λυγμούς της, από τα χτυπήματα. Τί συμβαίνει λοιπόν; Γιατί αναστατώθηκαν έτσι όλοι;".

Απ' όλα τα πατώματα, ο κόσμος στριμωχνότανε στη σκάλα, ακούγονταν φωνές, ξεφωνητά, χτυπούσαν οι πόρτες, έτρεχαν άνθρωποι, ανέβαιναν... "Μα, γιατί; Για ποιο λόγο; Πώς μπορεί να 'γίνε τέτοιο πράγμα! ", έλεγε ο Ρασκόλνικωφ, πιστεύοντας στ' αλήθεια πως τρελλαινότανε. Μα, όχι! Τ' άκουγε ολοκάθαρα! Συνεπώς, στο δωμάτιο του θα έρχονται! Έτσι είναι! "Γιατί όλα αυτά... γίνονται σίγουρα... για κείνο που έγινε χτες! θεέ μου!

".

Θέλησε να βάλει το συρτή στην πόρτα, αλλά το χέρι του δε σηκώθηκε. Άλλωστε, ήτανε κι ανώφελο! Ο τρόμος πάγωνε την ψυχή του, βασάνιζε και μαρμάρωνε τα κόκκαλά του... Μα, να που έπαψε σιγά-σιγά αυτός ο σαματάς, αφού κράτησε δέκα ολόκληρα λεπτά! Η σπιτονοικοκυρά βογγούσε κι αναστέναζε ακόμα, ο Ηλίας Πετρόβιτς εξακολουθούσε να την απειλεί και να τη βρίζει... Τέλος σώπασε κι αυτός, δεν τον άκουγε πια. Να 'φύγε τάχα; θεέ μου! Ναι, να που η σπιτονοικοκυρά πηγαίνει στο διαμέρισμα της, κλαίγοντας ακόμα με λυγμούς... να που η πόρτα της κλείνει δυνατά... Οι άνθρωποι σκορπίζουν και φεύγουν απ' τη σκάλα, ξαναγυρίζοντας στα δωμάτια τους. Αναστενάζουν, κουβεντιάζουν ζωηρά, φωνάζει ο ένας τον άλλο δυνατά κι άλλοτε πάλι χαμηλώνουν τη φωνή τους και μιλούν ψιθυριστά, θα πρέπει να 'τανε πολλοί -όλο σχεδόν το σπίτι θα είχε μαζευτεί. Μα, πώς είναι δυνατό; Και γιατί είχε έρθει εδώ ο Ηλίας Πετρόβιτς; Ο Ρασκόλνικωφ ξανάπεσε εξαντλημένος στο ντιβάνι του, απ' τη στιγμή όμως εκείνη, δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Έμεινε έτσι ξαπλωμένος μισή ώρα. Ποτέ ως τώρα στη ζωή του δεν είχε νιώσει τέτοιο μαρτύριο, τέτοιον ανυπόφορο τρόμο.



Want to learn a language?


Learn from this text and thousands like it on LingQ.

  • A vast library of audio lessons, all with matching text
  • Revolutionary learning tools
  • A global, interactive learning community.

Language learning online @ LingQ

Ανεβαίνοντας στού Ραζουμίχιν δεν το σκέφθηκε καθόλου πως θα βρισκότανε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Τώρα, διαπίστωνε ξαφνικά πως του ήτανε φοβερά ανυπόφορο να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με οποιονδήποτε στον κόσμο. Φούντωνε μέσα του η κακία. Λίγο ακόμα και θα τον έπνιγε η οργή κατά του ίδιου του εαυτού του, αμέσως μόλις πέρασε το κατώφλι του Ραζουμίχιν.

"Γεια σου", έκανε απότομα και τράβηξε κατά την πόρτα.

"Στάσου, στάσου λοιπόν, θεότρελλε! ".

"Δεν αξίζει τον κόπο", ξανάπε ο Ρασκόλνικωφ, τραβώντας το χέρι του.

"Τότε, γιατί στο διάβολο ήρθες; Μήπως τρελλάθηκες για τα καλά; Για στάσου.

Μ' αυτό που κάνεις είναι για μένα προσβολή σχεδόν... Δε θα σ' αφήσω να φύγεις έτσι".

"Ε, λοιπόν, άκου. Ήρθα γιατί δεν ξέρω κανέναν άλλον από σένα, που να μπορεί να με βοηθήσει... ν' αρχίσω... γιατί είσαι ο καλύτερος απ' όλους, δηλαδή ο πιο έξυπνος και μπορείς να κρίνεις... Τώρα όμως βλέπω πως δεν έχω ανάγκη από τίποτα, ακούς; Δε θέλω απολύτως τίποτα... ούτε τις υπηρεσίες, ούτε τη συμπάθεια κανενός... Είμαι ολομόναχος... κι αυτό μου αρκεί. Άφησε με ήσυχο".

"Για περίμενε μια στιγμή, βρε σαχλέ! Είσαι ολότελα παλαβός! Αυτό είναι και δε μου το βγάζεις με τίποτα απ' το μυαλό. Άκου: Μαθήματα δεν έχω ούτε και γω και δε δίνω δεκάρα για δαύτα, υπάρχει όμως στα παλαιοβιβλιοπωλεία κάποιος Χερουβίμωφ, που αξίζει όσο κι' ένα μάθημα. Δε θα τον άλλαζα ούτε με πέντε παραδόσεις, σε σπίτια εμπορευομένων. Βγάζει κάτι επιστημονικά φυλλάδια που πουλιούνται σαν ψωμοτύρι. Όλη η υπόθεση είναι στον τίτλο. Έλεγες πάντοτε πως είμαι βλάκας. Ε, λοιπόν, φίλε μου, σε βεβαιώ πως υπάρχουν βλάκες πολύ μεγαλύτεροι από μένα. Ο εκδότης μου παρακολουθεί τη μόδα. Ο ίδιος δεν ξέρει ούτε την αλφαβήτα, αλλά εγώ, φυσικά, τον ενθαρρύνω. Να, λόγου χάριν τούτα δω τα δυο μεγάλα τυπογραφικά και το γερμανικό πρωτότυπο που, κατά τη γνώμη μου, είναι βλακωδέστατος τσαρλατανισμός: Διαπραγματεύεται το θέμα αν η γυναίκα είναι ή όχι ανθρώπινο πλάσμα! Φυσικά, αποδείχνει κατά τρόπο θριαμβευτικό ότι πράγματι είναι ανθρώπινο πλάσμα! Ο Χερουβίμωφ το βγάζει γιατί το γυναικείο ζήτημα είναι στην ημερησία διάταξη, κι εγώ το μεταφράζω. Αυτά τα δύο τυπογραφικά, θα τα τεντώσει σα λάστιχο ο Χερουβίμωφ και θα τα κάνει έξη. θα του κολλήσουμε κι έναν τίτλο χτυπητό που θα πιάνει μισή σελίδα και θα το πουλήσουμε πενήντα καπίκια. Να δουλειά με φούντες! Για τη μετάφραση μου παίρνω έξη ρούβλια το τυπογραφικό, θα πάρω δηλαδή το όλον δεκαπέντε ρούβλια. Απ' αυτά, τσίμπησα τα έξη προκαταβολή.

'Όταν τελειώσει αυτή η δουλειά, θα μεταφράσουμε ένα έργο που γράφει για τη φάλαινα. Κατόπιν, έχουμε επισημάνει στο δεύτερο μέρος των "Confessions"1 κάτι σαχλαμάρες που σκυλοβαριέσαι να τίς διαβάζεις - θα τίς μεταφράσουμε κι αυτές, γιατί κάποιος σφύριξε στον Χερουβίμωφ ότι ο Ρουσώ είναι κάτι σαν τον Ραντίτσεφ2. Εγώ, φυσικά, δε φέρνω καμμιά αντίρρηση - αυτό μας έλειπε τώρα! Λοιπόν, θέλεις να μεταφράσεις το δεύτερο τυπογραφικό του "Είναι ανθρώπινον πλάσμα η γυνή;". Αν σου αρέσει, πάρε αμέσως το κείμενο, πάρε χαρτί και πέννα και δέξου τα τρία μου ρούβλια. 'Όταν το τελειώσεις, θα πάρεις άλλα τρία. Α! Σε παρακαλώ, μη νομίσεις πως σου κάνω καμμιά χάρη. Ίσα-ίσα μάλιστα. Μόλις σε είδα να μπαίνεις μέσα, σκέφτηκα αμέσως πως θα μπορούσες να μου φανείς χρήσιμος. Πρώτα-πρώτο, είμαι τζόρας στην ορθογραφία. Ύστερα, είμαι και κουμπούρας στα γερμανικά. Τόσο που τίς περισσότερες φορές γράφω, ό,τι μου κατεβεί και παρηγοριέμαι με τη σκέψη πως αυτά που γράφω έτσι θα είναι

1 Έργο του Ζ. Ζ. Ρουσώ. 2 Ρώσος συγγραφέας του 18ου αϊ., επηρεασμένος από τον Ρουσώ.

καλύτερα απ' το πρωτότυπο. Πού να το ξέρεις όμως; Μπορεί να είναι και χειρότερα. Λοιπόν, δέχεσαι ή δε δέχεσαι;".

Ο Ρασκόλνικωφ πήρε αμίλητα το γερμανικό κείμενο και έφυγε χωρίς να πεί λέξη.

Ο Ραζουμίχιν τον κοίταζε με κατάπληξη καθώς έφευγε. Μόλις όμως έφτασε στη γωνιά του δρόμου ξαναγύρισε απότομα πίσω, ανέβηκε στο δωμάτιο του Ραζουμίχιν, άφησε πάνω στο τραπέζι το γερμανικό κείμενο και τα τρία ρούβλια και ξανάφυγε δίχως να πει πάλι λέξη.

"Μα, τί διάβολο σ' έπιασε;", μούγκρισε ο Ραζουμίχιν έξω φρενών πια. "Κωμωδία παίζεις; Εσύ θα με κάνεις να χάσω το μυαλό μου στο τέλος!... Τί διάβολο, για ποιο λόγο ήρθες τότε;".

"Δεν έχω ανάγκη... από μεταφράσεις...", ψέλλισε ο Ρασκόλνικωφ, που κατέβαινε κιόλας τη σκάλα.

"Τότε, τί διάβολο έχεις ανάγκη;" του φώναξε από πάνω ο Ραζουμίχιν. Εκείνος εξακολούθησε να κατεβαίνει αμίλητα.

"Ε! Για πες μου: Πού κάθεσαι;".

Καμμιά απάντηση.

Ο Ρασκόλνικωφ βρισκότανε κιόλας στον δρόμο. Στη γέφυρα του Νικολάου ξανάρθε ακόμα μια φορά στα συγκαλά του, από κάποιο μικροεπεισόδιο, μάλλον δυσάρεστο.

Κάποιος αμαξάς που οδηγούσε ένα αρχοντικό αμάξι, τον χτύπησε δυνατά με το καμουτσί του, γιατί παρά λίγο να τον πατήσουν τ' άλογα, παρ' όλο πού του φώναξε τρεις φορές να προσέξει, θύμωσε τόσο πολύ μ' αυτό το χτύπημα, ώστε τινάχτηκε μ' ένα πήδημα στα κάγκελα του γεφυριού - περπάταγε, δίχως να το καταλαβαίνει, καταμεσίς στη γέφυρα, εκεί όπου περνούσαν όχι οι πεζοί, αλλά τ' αμάξια. Έτριζε τα δόντια του με λύσσα, ενώ γύρω του οι άνθρωποι τον κορόιδευαν και γελούσαν.

"Τα 'χει κοπανήσει για τα καλά! ".

"Κάνας πορτοφολάς θα είναι! ".

"Να πάρει η οργή! Παρασταίνουνε τον μεθυσμένο και ρίχνονται επίτηδες κάτω απ' τ' αμάξια για να παίρνουν ύστερα αποζημίωση! ".

"Είναι κι αυτό ένα κόλπο όπως τ' άλλα".

Καθώς όμως στεκότανε όρθιος κοντά στο κιγκλίδωμα, κοιτάζοντας αγριεμένα και αποβλακωμένα το αμάξι που απομακρυνότανε και ξύνοντας τη ράχη του, κατάλαβε πως κάποιος του 'βάζε λεφτά στο χέρι. Γύρισε και κοίταξε. Στεκότανε μπροστά του μια μεσόκοπη γυναίκα απ' την τάξη των εμπόρων, με μαντήλα στο κεφάλι της, καθώς και μια κοπελίτσα - κόρη της καθώς φαίνεται - με καπελάκι και με πράσινη ομπρέλα.

Ο Ρασκόλνικωφ τα πήρε κι αυτές συνέχισαν το δρόμο τους. Από το ντύσιμο του και την όψη του, σίγουρα θα τον είχαν πάρει για ζητιάνο, από κείνους τους φτωχοδιακονιάρηδες που γυρίζουνε στους δρόμους ζητώντας ελεημοσύνη πενταροδεκάρες. Ήτανε φανερό ότι τα είκοσι καπίκια του τα δώσανε γιατί τον λυπηθήκανε για την καμουτσικιά που έφαγε. Σφίγγοντας στο χέρι του τα είκοσι καπίκια, προχώρησε καμμιά δεκαριά βήματα και ύστερα γύρισε κατά το Νέβα, κοιτάζοντας προς τ' Ανάκτορα. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ένα συννεφάκι και τα νερά ήτανε γαλανά σχεδόν - πράγμα πολύ σπάνιο για το Νέβα. Ο τρούλλος της μητρόπολης, που δεν τον βλέπεις από κανένα άλλο μέρος καλύτερα παρά μονάχα απ' αυτή τη γέφυρα, λαμποκοπούσε θαυμαστά στην πεντακάθαρη ατμόσφαιρα και μπορούσες να διακρίνεις όλα του τα στολίδια. Αλάφρωσε ο πόνος του και ξέχασε την καμουτσικιά που είχε φάει. Τον απασχολούσε τώρα μια σκέψη, μια ανησυχία ακαθόριστη. Είχε στυλωμένο επίμονα το βλέμμα του σ' αυτό το τοπίο, που του ήτανε πολύ γνωστό. Άλλοτε, τότε που πήγαινε ακόμα στο Πανεπιστήμιο και προ πάντων όταν γύριζε στο σπίτι του, στεκότανε πολλές φορές σ' αυτή εδώ την ίδια θέση για ν' απολαύσει το θαυμάσιο τούτο θέαμα. Και κάθε φορά που το 'βλέπε, ένιωθε μια εντύπωση αινιγματική - πλημμυριζότανε από μια αίσθηση παγωνιάς, μπροστά σε τούτο το θεσπέσιο πανόραμα. Όλη αυτή η πομπώδης λαμπρότητα του φαινόταν άψυχη και στείρα. Απορούσε και ο ίδιος κάθε φορά μ' αυτή την πένθιμη και αινιγματική εντύπωση, αλλά μην έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό του, άφηνε γι' αργότερα την επεξήγηση εκείνης της εντυπώσεώς του. Τώρα, θυμήθηκε ξαφνικά με απόλυτη ακρίβεια όλα τα ερωτήματα που έβαζε τότε στον εαυτό του, όλες τις αμφιβολίες που τον πολιορκούσαν. Και του φάνηκε πως δεν ήτανε καθόλου τυχαίο που τα θυμήθηκε. Μήπως δεν ήτανε παράξενο και το ότι στάθηκε στην ίδια αυτή θέση, σαν άλλοτε, σα να πίστευε στ' αλήθεια πως μπορούσε να κάνει τις ίδιες σκέψεις που έκανε άλλοτε, να ενδιαφερθεί για τα ίδια θέματα και για τα ίδια θεάματα που τον συγκινούσαν τότε... ως τώρα τελευταία; Λίγο ακόμα και θα το 'βρίσκε γελοίο, παρ' όλο που τον έκανε να νιώθει έναν πόνο που του έσφιγγε την καρδιά.

Είχε την αίσθηση πως όλο του πια το παρελθόν, όλες του οι ιδέες, τα προβλήματα, τα ζητήματα και τα παλιά του αισθήματα, βρίσκονταν κάτω απ' τα πόδια του, στο βάθος μιας αδιαπέραστης αβύσσου, ακριβώς σαν το θέαμα που ξετυλιγότανε μπροστά στα μάτια του τώρα, και σαν το εαυτό του τον ίδιο μ' όλα τ' άλλα γύρω του. Του φαινότανε πως πέταγε πια σε ύψη άπειρα και πως τα πάντα χάνονταν από μπροστά του.

Με μια κίνηση που έκανε, άθελα του, κατάλαβε πως στη σφιγμένη χούφτα του κρατούσε ακόμα το νόμισμα των είκοσι καπικιών. Άνοιξε την παλάμη του, το κοίταξε και το πέταξε στο ποτάμι. Ύστερα, έκανε μεταβολή και γύρισε στο δωμάτιο του. Του φαινότανε πως αυτή τη στιγμή, έκοψε και τον τελευταίο δεσμό, που τον ένωνε ακόμα με τον κόσμο των ζωντανών.

Έφτασε στο δωμάτιο του κατά το βράδυ, δηλαδή είχανε κυλήσει έξη ολόκληρες ώρες από τότε που έφυγε. Πώς και από ποιους δρόμους γύρισε δεν το 'ξερε ούτε ο ίδιος.

Γδύθηκε ανατριχιάζοντας σαν άλογο ξεθεωμένο απ' την κούραση, ξάπλωσε στο ντιβάνι, έριξε απάνω του το παλτό του και βυθίστηκε αμέσως στον ύπνο.

Ξύπνησε ξαφνικά από μια τρομερή κραυγή, που ακούστηκε μες στο πνιχτό σκοτάδι, θεέ μου!

Τί κραυγή ήτανε κείνη! Ποτέ του δεν είχε ιδεί και δεν είχε ακούσει τέτοιο κολασμένο σαματά, τέτοια ουρλιαχτά, τέτοιους λυγμούς, τριξίματα δοντιών, χτυπήματα και κατάρες! Δε μπορούσε να φαντασθεί τόση σκληράδα και αγριότητα.

Τρομοκρατήθηκε και μισοσηκώθηκε στο ντιβάνι του. Ένιωθε την καρδιά του να σταματάει και το μαρτύριο αυτό να μεγαλώνει από στιγμή σε στιγμή. Τα χτυπήματα, όμως, οι λυγμοί και οι βρισιές ακούγονταν όλο και πιο δυνατά. Και, ξαφνικά, αναγνώρισε με απέραντη κατάπληξη τη φωνή της σπιτονοικοκυράς του.

Ούρλιαζε, βογγούσε σπαραχτικά, λαχανιασμένα και τόσο πολύ γρήγορα, που δεν κατόρθωνε να καταλάβει τί έλεγε: Καθώς φαίνεται, τους ικέτευε να πάψουν να την χτυπάνε γιατί κάποιος την έδερνε αλύπητα.

Η φωνή εκείνου που τη χτυπούσε έτσι ήτανε τόσο τρομερά οργισμένη και γεμάτη λύσσα, ώστε γινότανε κάτι σα βραχνή κραυγή. Αλλά κι αυτός μούγκριζε κάτι που δεν μπορούσες να το ξεχωρίσεις, έτσι πνιγμένη καθώς ήτανε η ανάσα του.

Ξαφνικά, ο Ρασκόλνικωφ ανατρίχιασε: Τη γνώρισε εκείνη τη φωνή, ήτανε του Ηλία Πετρόβιτς! "Ο Ηλίας Πετρόβιτς είναι εδώ μέσα και χτυπάει τη σπιτονοικοκυρά! Την κλωτσοπατάει, της χτυπάει το κεφάλι στα σκαλιά, είναι ολοφάνερο! Το καταλαβαίνει κανείς απ' τους λυγμούς της, από τα χτυπήματα. Τί συμβαίνει λοιπόν; Γιατί αναστατώθηκαν έτσι όλοι;".

Απ' όλα τα πατώματα, ο κόσμος στριμωχνότανε στη σκάλα, ακούγονταν φωνές, ξεφωνητά, χτυπούσαν οι πόρτες, έτρεχαν άνθρωποι, ανέβαιναν... "Μα, γιατί; Για ποιο λόγο; Πώς μπορεί να 'γίνε τέτοιο πράγμα! ", έλεγε ο Ρασκόλνικωφ, πιστεύοντας στ' αλήθεια πως τρελλαινότανε. Μα, όχι! Τ' άκουγε ολοκάθαρα! Συνεπώς, στο δωμάτιο του θα έρχονται! Έτσι είναι! "Γιατί όλα αυτά... γίνονται σίγουρα... για κείνο που έγινε χτες! θεέ μου!

".

Θέλησε να βάλει το συρτή στην πόρτα, αλλά το χέρι του δε σηκώθηκε. Άλλωστε, ήτανε κι ανώφελο! Ο τρόμος πάγωνε την ψυχή του, βασάνιζε και μαρμάρωνε τα κόκκαλά του... Μα, να που έπαψε σιγά-σιγά αυτός ο σαματάς, αφού κράτησε δέκα ολόκληρα λεπτά! Η σπιτονοικοκυρά βογγούσε κι αναστέναζε ακόμα, ο Ηλίας Πετρόβιτς εξακολουθούσε να την απειλεί και να τη βρίζει... Τέλος σώπασε κι αυτός, δεν τον άκουγε πια. Να 'φύγε τάχα; θεέ μου! Ναι, να που η σπιτονοικοκυρά πηγαίνει στο διαμέρισμα της, κλαίγοντας ακόμα με λυγμούς... να που η πόρτα της κλείνει δυνατά... Οι άνθρωποι σκορπίζουν και φεύγουν απ' τη σκάλα, ξαναγυρίζοντας στα δωμάτια τους. Αναστενάζουν, κουβεντιάζουν ζωηρά, φωνάζει ο ένας τον άλλο δυνατά κι άλλοτε πάλι χαμηλώνουν τη φωνή τους και μιλούν ψιθυριστά, θα πρέπει να 'τανε πολλοί -όλο σχεδόν το σπίτι θα είχε μαζευτεί. Μα, πώς είναι δυνατό; Και γιατί είχε έρθει εδώ ο Ηλίας Πετρόβιτς; Ο Ρασκόλνικωφ ξανάπεσε εξαντλημένος στο ντιβάνι του, απ' τη στιγμή όμως εκείνη, δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Έμεινε έτσι ξαπλωμένος μισή ώρα. Ποτέ ως τώρα στη ζωή του δεν είχε νιώσει τέτοιο μαρτύριο, τέτοιον ανυπόφορο τρόμο.


×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.