image

Εγκλημα και τιμωρία (Μερος 2ο), ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 (1)

"Κι αν η έρευνα έχει γίνει κιόλας; Αν αυτήν ακριβώς τη στιγμή, τούς έβρισκα στο δωμάτιο μου;"

Να όμως το δωμάτιο του. Κανένας δεν είχε έρθει για έρευνα. Αλλά, θεέ μου' Πώς μπόρεσε να τ' αφήσει όλα αυτά σε κείνη την κρυψώνα.

Έτρεξε στη γωνιά, έβαλε το χέρι του κι άρχισε να τα βγάζει και να τα χώνει στις τσέπες του. Ήτανε όλα-όλα οχτώ κομμάτια: Δυο μικρά κουτάκια, που είχανε σκουλαρίκια ή κάτι τέτοιο, δεν τα κοίταξε, τέσσερις μικρές κοσμηματοθήκες από δέρμα, μια αλυσιδίτσα διπλωμένη σ' εφημεριδόχαρτο. Ήτανε και κάτι άλλο ακόμα, τυλιγμένο κι αυτό σ' εφημεριδόχαρτο - κάποιο παράσημο ασφαλώς. Τα μοίρασε όλα στις τσέπες του παλτού του και στη δεξιά τσέπη του παντελονιού που έμενε ακόμα, προσπαθώντας να μη φαίνονται. Μαζί με τ' άλλα πήρε και το πορτοφόλι. Ύστερα, βγήκε από την κάμαρα του, αφήνοντας αυτή τη φορά την πόρτα του ορθάνοιχτη.

Περπατούσε γρήγορα και σταθερά και, παρ' όλο που ήτανε εξουθενωμένος, είχε πλήρη συνείδηση της καταστάσεως του. Φοβότανε μήπως τον παρακολουθήσουν, είχε το φόβο μήπως σε μισή ώρα, σ' ένα τέταρτο ίσως, αρχίσει η ανάκριση εναντίον του.

Συνεπώς, έπρεπε με κάθε θυσία να εξαφανίσει τα πειστήρια. 'Έπρεπε να το καταφέρει αυτό, όσο του έμεναν ακόμα μερικές δυνάμεις, μια ανταύγεια λογικής. Αλλά, πού να τα πάει;

Το 'χε αποφασίσει από κάμποση ώρα: "θα τα ρίξω όλα στο κανάλι, θα βουλιάξουν τα πειστήρια και μαζί μ' αυτά και όλη η υπόθεση". Έτσι είχε αποφασίσει χθες το βράδυ, μες στο παραλήρημα του, στις στιγμές εκείνες που ξανάβρισκε τη μνήμη του και του ερχότανε να σηκωθεί και να πάει "να τα ξεφορτωθεί όλα το γρηγορότερο".

Αλλά, το να τα ξεφορτωθεί, φαινότανε αυτή τη στιγμή πολύ δύσκολο. Ένα τέταρτο της ώρας, ίσως και περισσότερο, πλανιότανε κατά μήκος του καναλιού της Αικατερίνης και εξέτασε πολλές φορές τα σκαλιά απ' όπου κατέβαινε κανείς ως την επιφάνεια του νερού - όπου υπήρχαν τέτοια σκαλιά. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει ούτε λόγος για πέταμα. 'Άλλοτε, έβρισκε κάτω ακριβώς απ' τα σκαλιά τίποτα πλύστρες που έπλεναν τα ρούχα τους, άλλοτε αραγμένες βάρκες. Εξάλλου, οι προκυμαίες ήτανε γεμάτες κόσμο και μπορούσαν να τον ιδούν από παντού, να τον προσέξουν. Δεν ήτανε ύποπτο να κατεβαίνει ένας άνθρωπος κάτω επίτηδες και να στέκεται για να πετάξει κάτι στο νερό; Κι ύστερα, αν οι δερμάτινες θήκες, αντί να βουλιάξουν, κολυμπούσαν πάνω στο νερό; Κι έτσι θα γινότανε, σίγουρα. Και θα τίς έβλεπαν όλοι. Από τώρα κιόλας όσοι τον συναντούσαν στο δρόμο, τον κοίταζαν προσεχτικά, σα να μην είχανε ν' ασχοληθούν με τίποτ' άλλο εκτός απ' αυτόν.

"Γιατί λοιπόν γίνεται αυτό;", σκεφτότανε. "Ή έτσι μου φαίνεται;".

Τέλος του καρφώθηκε η ιδέα πως θα ήτανε, ίσως, καλύτερα να πάει να τα πετάξει κάπου στο Νέβα. Εκεί υπήρχε λιγότερος κόσμος, θα τον πρόσεχαν λιγότερο, θα 'τανε πιο εύκολο και, κυρίως, θα 'τανε μακρύτερα από τον τόπο του εγκλήματος. Και ξαφνικά απόρησε: Πώς μπόρεσε να τριγυρίζει, μισή ώρα τώρα, έτσι στενοχωρημένος κι αναστατωμένος, σ' αυτά τα επικίνδυνα μέρη, χωρίς να του περάσει απ' το μυαλό νωρίτερα αυτή η σκέψη;

Έχασε μισή ώρα προσπαθώντας να εκτελέσει αυτό το παράλογο σχέδιο!

Ασφαλώς, αυτό θα 'γίνε γιατί το κατάστρωσε στον ύπνο του, σε μια στιγμή που βρισκότανε σε παραλήρημα. Είχε γίνει τρομερά αφηρημένος και ξεχνούσε εύκολα - το 'ξερέ. Έπρεπε να βιαστεί, οπωσδήποτε.

Τράβηξε κατά το Νέβα, απ' τη λεωφόρο Β. Στο δρόμο όμως, του ήρθε ξαφνικά μια άλλη σκέψη: "Γιατί στο Νέβα; Γιατί να τα ρίξω στο νερό; Δε θα 'τανε καλύτερα να πάω κάπου πολύ μακριά, ας είναι και στα Νησιά ακόμα; θα 'βρισκα κει πέρα ένα μέρος μοναχικό, στο δάσος, κάτω από κανένα δέντρο. θα τα 'θαβα όλα, φροντίζοντας, βέβαια, να σημαδέψω το δένδρο".

Παρ' όλο που ένιωθε ότι δεν ήτανε σε κατάσταση να τα εκτιμήσει όλα αυτά σωστά και ξεκάθαρα, η ιδέα αυτή του φάνηκε αλάνθαστη.

Αλλά δεν ήτανε γραφτό να φτάσει ως τα Νησιά. Τα πράγματα έγιναν αλλιώς: Βγαίνοντας από τη λεωφόρο Β. στην πλατεία, είδε ξαφνικά στ' αριστερά του την είσοδο μιας αυλής που ήτανε περιτριγυρισμένη από ψηλούς τοίχους. Δεξιά, αμέσως μόλις έμπαινες στην εξώπορτα, απλωνότανε ο μακρύς και ασοβάτιστος τοίχος του διπλανού τετραώροφου σπιτιού. Αριστερά, παράλληλα σ' αυτόν τον τοίχο, κι αμέσως μετά την εξώπορτα, υπήρχε ένα ξύλινο περίφραγμα πού προχωρούσε ολόισια κάπου είκοσι βήματα, κι ύστερα έστριβε απότομα. Ήτανε ένα μέρος ερημικό, γεμάτο μ' ένα σωρό πεταμένα παλιοπράματα.

Μακρύτερα, στο βάθος της αυλής, φαινότανε XXXX πάνω απ' το περίφραγμα η γωνιά κάποιου πέτρινου υπόστεγου, χαμηλού και καπνισμένου, θα 'τανε κάποιο μαγαζί καθώς φαίνεται, κανένα καροποιείο, κανένα σιδεράδικο, ή κάτι τέτοιο. Παντού σχεδόν, από την είσοδο και πέρα, όλο το έδαφος ήτανε μαύρο απ' την καρβουνόσκονη. "Να πού πρέπει να τα πετάξω!" είπε άξαφνα, "θα τα πετάξω κι ύστερα θα φύγω".

Μη βλέποντας κανέναν στην αυλή, πέρασε το κατώφλι της εξώπορτας, και ακριβώς εκείνη τη στιγμή πρόσεξε κοντά στην πόρτα ένα λούκι, σαν κι αυτά που βλέπουμε συχνά σε κτίρια όπου βρίσκονται βιοτεχνίες, εργαστήρια, αμαξάδικα, κ.λπ. Και πάνω από το λούκι μια ταμπέλα όπου ήτανε γραμμένη ανορθόγραφα, όπως γίνεται πάντοτε σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, η φράση:

"Απαγορέβετε ι ίσοδως". Συνεπώς, κανείς δε θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο Ρασκόλνικωφ είχε έρθει και μπήκε εδώ μέσα. "θα τα ξεφορτωθώ μια και καλή όλα και θα φύγω", είπε μέσα του.

Έριξε μια ματιά τριγύρω του και είχε χώσει κιόλας το χέρι του στην τσέπη, όταν ξαφνικά είδε μια μεγάλη πέτρα, απελέκητη, που θα ζύγιζε, πάνω-κάτω, εικοσιπέντε κιλά. Ήτανε ακουμπισμένη στον εξωτερικό τοίχο, ανάμεσα στην πόρτα και στο λούκι που δεν απείχαν μεταξύ τους παρά πάνω από δυο βήματα.

Το πεζοδρόμιο βρισκόταν πίσω απ' τον τοίχο κι άκουγες απ' την άλλη μεριά τα βήματα των περαστικών που ήτανε πάντοτε πολλοί σ' αυτό το μέρος. Απ' έξω όμως, δε μπορούσε να τον ιδεί κανείς, εκτός κι αν δρασκέλιζε την πόρτα - πράγμα, άλλωστε, που μπορούσε να γίνει. Και γι' αυτό ακριβώς έπρεπε να βιαστεί.

Έσκυψε πάνω απ' την πέτρα, την έπιασε γερά από πάνω με τα δυο του χέρια και, κουνώντας την μ' όλες του τις δυνάμεις, την ανασήκωσε. Κάτω απ' την πέτρα ήτανε μια τρύπα, όχι πολύ βαθιά. Αμέσως, πέταξε εκεί μέσα όλα όσα είχε στις τσέπες του και πάνω-πάνω το πορτοφόλι. Αλλά και πάλι υπήρχε χώρος στην τρύπα. Ύστερα, ανασήκωσε την πέτρα και κατάφερε να την ξαναβάλει στη θέση της: Μόλις που διακρινότανε λιγάκι πως είχε ανασηκωθεί. Έσπρωξε όμως λίγο χώμα και το πατήκωσε στις άκρες. Αδύνατο πια να καταλάβει κανείς τίποτα. Βγήκε τότε έξω και τράβηξε κατά την πλατεία. Για μια στιγμή τον ξαναπλημμύρισε εκείνη η δυνατή, η ανυπόφορη σχεδόν χαρά που είχε νιώσει και στο αστυνομικό τμήμα, "θάφτηκαν τα πειστήρια! Τίνος, τίνος θα 'ρθει ποτέ η ιδέα να ψάξει κάτω απ' αυτή την πέτρα; θα βρίσκεται εκεί από τότε που χτίστηκε εκείνο το σπίτι και θα μείνει λέει άλλο τόσο ακόμα. Αλλά, κι αν ακόμα τα 'βρισκαν, ποιος θα σκεφτότανε ποτέ πως τα 'βαλα εγώ; Πάει, τέλειωσε! Δεν υπάρχουν πια αποδείξεις!". Κι άρχισε να γελάει! Ναι, θυμότανε πολύ καλά αργότερα πως είχε αφήσει ένα γελάκι νευρικό, αθόρυβο, παρατεταμένο, και πως γελούσε έτσι σ' όλο το διάστημα που πέρναγε την πλατεία. Όταν όμως έφτασε στη λεωφόρο Κ., όπου προχθές είχε συναντήσει κείνη τη μεθυσμένη κοπέλα, το γέλιο του κόπηκε απότομα.

Του ήρθανε τώρα άλλες σκέψεις.

Του φάνηκε ξαφνικά πως θα 'νιώθε ανυπόφορη αηδία να ξαναπεράσει κοντά απ' αυτό το παγκάκι, όπου είχε καθίσει για να σκεφτεί όταν η κοπέλα έφυγε και πως θα του ήτανε εξίσου δυσάρεστο να ξανασυναντήσει κείνον το μουστακαλή αστυφύλακα που του είχε δώσει τότε τα είκοσι καπίκια. "Ας πάει στο διάβολο". Περπατούσε κοιτάζοντας δώθε-κείθε αφαιρεμένα και με κακία. Όλες του οι σκέψεις τριγύριζαν τώρα γύρω από ένα βασικό σημείο, από ένα σημείο που το καταλάβαινε πολύ καλά ότι είναι βασικό. Και τώρα, ακριβώς αυτή τη στιγμή, ήτανε ολομόναχος απέναντι σ' αυτό το βασικό πρόβλημα για πρώτη φορά, ύστερα από δυο μήνες.

"Ας πάει στο διάβολο", σκέφτηκε ξανά με μια λύσσα ασυγκράτητη. "Αφού φτάσαμε εδώ, ας μείνουμε εδώ κι ας πάει στο διάβολο η καινούργια ζωή! Τί ηλίθια που είναι όλη αυτή η ιστορία, θεέ μου! Σήμερα, είπα του κόσμου τα ψέματα, ξεφούσκωσα σα μπαλόνι, σύρθηκα σα σκουλήκι μπροστά σ' αυτόν τον αηδιαστικό Ηλία Πετρόβιτς!

Δε βαριέσαι όμως... Δε δίνω πεντάρα για δαύτους, ούτε και με νοιάζει που ταπεινώθηκα μπροστά τους. Δεν είναι αυτό, όχι δεν πρόκειται καθόλου γι' αυτό...".

Ξαφνικά, σταμάτησε: Ένα καινούργιο ερώτημα, εντελώς αναπάντεχο και τρομερά απλό, τον έκανε να ζαλιστεί πάλι και τον πλημμύρισε με μια οδυνηρή κατάπληξη:

"Αν όλα αυτά τα 'κάνες έχοντας υπ' όψη σου κάποιο λόγο και όχι έτσι ηλίθια, αν είχες χαράξει ξεκάθαρα έναν ορισμένο σκοπό, πώς έγινε τότε και δεν κοίταξες ως τώρα τί είχε μέσα κείνο το πορτοφόλι, πώς αγνοείς ακόμα τί κέρδος σου απέφερε αυτή η δουλειά, που για χάρη της τραβάς όλα αυτά τα μαρτύρια κι έκανες ενσυνείδητα μια πράξη τόσο άνανδρη, τόσο ταπεινή, τόσο πρόστυχη; Γιατί, πριν από λίγο, ήσουνα έτοιμος να πετάξεις τα χρυσαφικά και το πορτοφόλι στο νερό, χωρίς καν να τα κοιτάξεις; Τί σημαίνει αυτό;".

"Ναι, αυτό, αυτό είναι...". Το 'ξερέ, άλλωστε, από πριν και δεν ήτανε γι' αυτόν κάνα καινούργιο ζήτημα. Κι όταν τη νύχτα πήρε την απόφαση να τα πετάξει στο νερό, το 'κάνε δίχως να διστάσει, δίχως να το ψιλοκοσκινίσει, αλλά σα να ήτανε κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να το κάνει και που δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

Ναι, τα 'ξερέ όλα αυτά και τα θυμότανε. Ίσως μάλιστα να είχε πάρει αυτή την απόφαση απ' το προηγούμενο κιόλας βράδυ, απ' τη στιγμή ακριβώς που έψαχνε στην κασέλα κι έβγαζε από κει μέσα τις θήκες με τα ενέχυρα. Ναι, έτσι είναι. "Έγινε γιατί είμαι πολύ άρρωστος", κατάληξε με βεβαιότητα, "βασανίζομαι, σπαράζει η καρδιά μου, δεν ξέρω ούτε κι ο ίδιος πια τί κάνω. Χθες, προχθές, κι όλον αυτόν τον καιρό, βασανιζόμουνα... 'Όταν θα γίνω καλά, δε θα σπαράζω πια, αλλά τί θα γίνει αν δε γιατρευτώ ποτέ μου; Ω θεέ μου!

Πόσο εξουθενώνουν όλα αυτά! ".

Περπατούσε χωρίς να σταματάει. Ήθελε πάρα πολύ να ξεχαστεί, μ' έναν οποιοδήποτε τρόπο, αλλά δεν ήξερε τί να κάνει, τί να επιχειρήσει. Μια καινούργια ακαθόριστη αίσθηση τον πλημμύριζε όλο και περισσότερο. Ήτανε κάτι σαν απέραντη αηδία, μια φυσική σχεδόν αποστροφή, για κάθε τι που τον περιτριγύριζε και που συναντούσε στο δρόμο του, μια αηδία επίμονη, άγρια, γεμάτη μίσος. Όλοι οι διαβάτες του φαίνονταν σιχαμεροί. Οι κινήσεις τους, τα πρόσωπα τους, το βάδισμα τους, τον αηδίαζαν. Αν τύχαινε να του μιλήσει κανένας, θα τον έφτυνε κατάμουτρα, θα τον δάγκωνε.

Σταμάτησε ξαφνικά, όταν βγήκε στην προκυμαία του Μικρού Νέβα, στο νησάκι Βασιλιέφσκυ, κοντά στη γέφυρα. "Εδώ κάθεται, σε τούτο δω το σπίτι", σκέφτηκε. "Τί σημαίνει αυτό; Ήρθα στον Ραζουμίχιν δίχως να το θέλω! Το ίδιο που έγινε και την άλλη φορά! Περίεργο όμως! Ήρθα γιατί το ήθελα, ή έτσι στην τύχη; Δεν έχει σημασία. Έλεγα... πριν από τρεις ημέρες... πως θα πήγαινα να τον ιδώ ύστερα απ' αυτό, την άλλη μέρα. Ε, να λοιπόν, πηγαίνω. Γιατί δηλαδή, δε μπορώ τώρα να κάνω επισκέψεις;".

Ανέβηκε στο πέμπτο πάτωμα όπου καθότανε ο Ραζουμίχιν. Βρισκότανε στο δωματιάκι του κι έγραφε εκείνη τη στιγμή. Του άνοιξε ο ίδιος. Είχανε να ιδωθούνε τέσσερις μήνες. Ο Ραζουμίχιν φορούσε μια ρόμπα τόσο πολύ τριμμένη, που φαίνονταν πια οι κλωστές, και κάτι παντόφλες στα ξεκάλτσωτα πόδια του. Ήτανε αναμαλλιασμένος, αξύριστος, άπλυτος. Το πρόσωπο του έδειχνε μεγάλη απορία.

"Εσύ! ", φώναξε κοιτάζοντας το φίλο του απ' τα νύχια ως την κορφή. Ύστερα σώπασε κι άφησε ένα σφύριγμα. "Πώς είναι δυνατό να βρίσκεσαι σε τέτοια χάλια; Μα την πίστη μου, η κομψότητα σου ξεπερνάει ακόμα και τη δική μου", πρόσθεσε κοιτάζοντας τα κουρέλια του Ρασκόλνικωφ. "Κάθισε λοιπόν! Φαίνεσαι κουρασμένος! ".

Κι όταν ο Ρασκόλνικωφ κάθισε στο ντιβάνι που ήτανε σκεπασμένο με μουσαμά τρισχειρότερο απ' το δικό του, ο Ραζουμίχιν κατάλαβε ξαφνικά πως ο επισκέπτης του ήτανε άρρωστος.

"Είσαι άρρωστος για τα καλά, το ξέρεις;".

Του 'πιάσε το σφυγμό. Ο Ρασκόλνικωφ τράβηξε το χέρι του απότομα.

"Δεν αξίζει τον κόπο", είπε, "ήρθα... Να γιατί ήρθα... Δεν έχω πια μαθήματα... θα ήθελα... Εξ άλλου, δεν έχω καθόλου ανάγκη από μαθήματα...".

"Μα, εσύ παραμιλάς! ", παρατήρησε ο Ραζουμίχιν, στηλώνοντας τα μάτια του στον Ρασκόλνικωφ.

"Όχι, δεν παραμιλάω...".

Ο Ρασκόλνικωφ σηκώθηκε.



Want to learn a language?


Learn from this text and thousands like it on LingQ.

  • A vast library of audio lessons, all with matching text
  • Revolutionary learning tools
  • A global, interactive learning community.

Language learning online @ LingQ

"Κι αν η έρευνα έχει γίνει κιόλας; Αν αυτήν ακριβώς τη στιγμή, τούς έβρισκα στο δωμάτιο μου;"

Να όμως το δωμάτιο του. Κανένας δεν είχε έρθει για έρευνα. Αλλά, θεέ μου' Πώς μπόρεσε να τ' αφήσει όλα αυτά σε κείνη την κρυψώνα.

Έτρεξε στη γωνιά, έβαλε το χέρι του κι άρχισε να τα βγάζει και να τα χώνει στις τσέπες του. Ήτανε όλα-όλα οχτώ κομμάτια: Δυο μικρά κουτάκια, που είχανε σκουλαρίκια ή κάτι τέτοιο, δεν τα κοίταξε, τέσσερις μικρές κοσμηματοθήκες από δέρμα, μια αλυσιδίτσα διπλωμένη σ' εφημεριδόχαρτο. Ήτανε και κάτι άλλο ακόμα, τυλιγμένο κι αυτό σ' εφημεριδόχαρτο - κάποιο παράσημο ασφαλώς. Τα μοίρασε όλα στις τσέπες του παλτού του και στη δεξιά τσέπη του παντελονιού που έμενε ακόμα, προσπαθώντας να μη φαίνονται. Μαζί με τ' άλλα πήρε και το πορτοφόλι. Ύστερα, βγήκε από την κάμαρα του, αφήνοντας αυτή τη φορά την πόρτα του ορθάνοιχτη.

Περπατούσε γρήγορα και σταθερά και, παρ' όλο που ήτανε εξουθενωμένος, είχε πλήρη συνείδηση της καταστάσεως του. Φοβότανε μήπως τον παρακολουθήσουν, είχε το φόβο μήπως σε μισή ώρα, σ' ένα τέταρτο ίσως, αρχίσει η ανάκριση εναντίον του.

Συνεπώς, έπρεπε με κάθε θυσία να εξαφανίσει τα πειστήρια. 'Έπρεπε να το καταφέρει αυτό, όσο του έμεναν ακόμα μερικές δυνάμεις, μια ανταύγεια λογικής. Αλλά, πού να τα πάει;

Το 'χε αποφασίσει από κάμποση ώρα: "θα τα ρίξω όλα στο κανάλι, θα βουλιάξουν τα πειστήρια και μαζί μ' αυτά και όλη η υπόθεση". Έτσι είχε αποφασίσει χθες το βράδυ, μες στο παραλήρημα του, στις στιγμές εκείνες που ξανάβρισκε τη μνήμη του και του ερχότανε να σηκωθεί και να πάει "να τα ξεφορτωθεί όλα το γρηγορότερο".

Αλλά, το να τα ξεφορτωθεί, φαινότανε αυτή τη στιγμή πολύ δύσκολο. Ένα τέταρτο της ώρας, ίσως και περισσότερο, πλανιότανε κατά μήκος του καναλιού της Αικατερίνης και εξέτασε πολλές φορές τα σκαλιά απ' όπου κατέβαινε κανείς ως την επιφάνεια του νερού - όπου υπήρχαν τέτοια σκαλιά. Αλλά δεν μπορούσε να γίνει ούτε λόγος για πέταμα. 'Άλλοτε, έβρισκε κάτω ακριβώς απ' τα σκαλιά τίποτα πλύστρες που έπλεναν τα ρούχα τους, άλλοτε αραγμένες βάρκες. Εξάλλου, οι προκυμαίες ήτανε γεμάτες κόσμο και μπορούσαν να τον ιδούν από παντού, να τον προσέξουν. Δεν ήτανε ύποπτο να κατεβαίνει ένας άνθρωπος κάτω επίτηδες και να στέκεται για να πετάξει κάτι στο νερό; Κι ύστερα, αν οι δερμάτινες θήκες, αντί να βουλιάξουν, κολυμπούσαν πάνω στο νερό; Κι έτσι θα γινότανε, σίγουρα. Και θα τίς έβλεπαν όλοι. Από τώρα κιόλας όσοι τον συναντούσαν στο δρόμο, τον κοίταζαν προσεχτικά, σα να μην είχανε ν' ασχοληθούν με τίποτ' άλλο εκτός απ' αυτόν.

"Γιατί λοιπόν γίνεται αυτό;", σκεφτότανε. "Ή έτσι μου φαίνεται;".

Τέλος του καρφώθηκε η ιδέα πως θα ήτανε, ίσως, καλύτερα να πάει να τα πετάξει κάπου στο Νέβα. Εκεί υπήρχε λιγότερος κόσμος, θα τον πρόσεχαν λιγότερο, θα 'τανε πιο εύκολο και, κυρίως, θα 'τανε μακρύτερα από τον τόπο του εγκλήματος. Και ξαφνικά απόρησε: Πώς μπόρεσε να τριγυρίζει, μισή ώρα τώρα, έτσι στενοχωρημένος κι αναστατωμένος, σ' αυτά τα επικίνδυνα μέρη, χωρίς να του περάσει απ' το μυαλό νωρίτερα αυτή η σκέψη;

Έχασε μισή ώρα προσπαθώντας να εκτελέσει αυτό το παράλογο σχέδιο!

Ασφαλώς, αυτό θα 'γίνε γιατί το κατάστρωσε στον ύπνο του, σε μια στιγμή που βρισκότανε σε παραλήρημα. Είχε γίνει τρομερά αφηρημένος και ξεχνούσε εύκολα - το 'ξερέ. Έπρεπε να βιαστεί, οπωσδήποτε.

Τράβηξε κατά το Νέβα, απ' τη λεωφόρο Β. Στο δρόμο όμως, του ήρθε ξαφνικά μια άλλη σκέψη: "Γιατί στο Νέβα; Γιατί να τα ρίξω στο νερό; Δε θα 'τανε καλύτερα να πάω κάπου πολύ μακριά, ας είναι και στα Νησιά ακόμα; θα 'βρισκα κει πέρα ένα μέρος μοναχικό, στο δάσος, κάτω από κανένα δέντρο. θα τα 'θαβα όλα, φροντίζοντας, βέβαια, να σημαδέψω το δένδρο".

Παρ' όλο που ένιωθε ότι δεν ήτανε σε κατάσταση να τα εκτιμήσει όλα αυτά σωστά και ξεκάθαρα, η ιδέα αυτή του φάνηκε αλάνθαστη.

Αλλά δεν ήτανε γραφτό να φτάσει ως τα Νησιά. Τα πράγματα έγιναν αλλιώς: Βγαίνοντας από τη λεωφόρο Β. στην πλατεία, είδε ξαφνικά στ' αριστερά του την είσοδο μιας αυλής που ήτανε περιτριγυρισμένη από ψηλούς τοίχους. Δεξιά, αμέσως μόλις έμπαινες στην εξώπορτα, απλωνότανε ο μακρύς και ασοβάτιστος τοίχος του διπλανού τετραώροφου σπιτιού. Αριστερά, παράλληλα σ' αυτόν τον τοίχο, κι αμέσως μετά την εξώπορτα, υπήρχε ένα ξύλινο περίφραγμα πού προχωρούσε ολόισια κάπου είκοσι βήματα, κι ύστερα έστριβε απότομα. Ήτανε ένα μέρος ερημικό, γεμάτο μ' ένα σωρό πεταμένα παλιοπράματα.

Μακρύτερα, στο βάθος της αυλής, φαινότανε XXXX πάνω απ' το περίφραγμα η γωνιά κάποιου πέτρινου υπόστεγου, χαμηλού και καπνισμένου, θα 'τανε κάποιο μαγαζί καθώς φαίνεται, κανένα καροποιείο, κανένα σιδεράδικο, ή κάτι τέτοιο. Παντού σχεδόν, από την είσοδο και πέρα, όλο το έδαφος ήτανε μαύρο απ' την καρβουνόσκονη. "Να πού πρέπει να τα πετάξω!" είπε άξαφνα, "θα τα πετάξω κι ύστερα θα φύγω".

Μη βλέποντας κανέναν στην αυλή, πέρασε το κατώφλι της εξώπορτας, και ακριβώς εκείνη τη στιγμή πρόσεξε κοντά στην πόρτα ένα λούκι, σαν κι αυτά που βλέπουμε συχνά σε κτίρια όπου βρίσκονται βιοτεχνίες, εργαστήρια, αμαξάδικα, κ.λπ. Και πάνω από το λούκι μια ταμπέλα όπου ήτανε γραμμένη ανορθόγραφα, όπως γίνεται πάντοτε σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, η φράση:

"Απαγορέβετε ι ίσοδως". Συνεπώς, κανείς δε θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο Ρασκόλνικωφ είχε έρθει και μπήκε εδώ μέσα. "θα τα ξεφορτωθώ μια και καλή όλα και θα φύγω", είπε μέσα του.

Έριξε μια ματιά τριγύρω του και είχε χώσει κιόλας το χέρι του στην τσέπη, όταν ξαφνικά είδε μια μεγάλη πέτρα, απελέκητη, που θα ζύγιζε, πάνω-κάτω, εικοσιπέντε κιλά. Ήτανε ακουμπισμένη στον εξωτερικό τοίχο, ανάμεσα στην πόρτα και στο λούκι που δεν απείχαν μεταξύ τους παρά πάνω από δυο βήματα.

Το πεζοδρόμιο βρισκόταν πίσω απ' τον τοίχο κι άκουγες απ' την άλλη μεριά τα βήματα των περαστικών που ήτανε πάντοτε πολλοί σ' αυτό το μέρος. Απ' έξω όμως, δε μπορούσε να τον ιδεί κανείς, εκτός κι αν δρασκέλιζε την πόρτα - πράγμα, άλλωστε, που μπορούσε να γίνει. Και γι' αυτό ακριβώς έπρεπε να βιαστεί.

Έσκυψε πάνω απ' την πέτρα, την έπιασε γερά από πάνω με τα δυο του χέρια και, κουνώντας την μ' όλες του τις δυνάμεις, την ανασήκωσε. Κάτω απ' την πέτρα ήτανε μια τρύπα, όχι πολύ βαθιά. Αμέσως, πέταξε εκεί μέσα όλα όσα είχε στις τσέπες του και πάνω-πάνω το πορτοφόλι. Αλλά και πάλι υπήρχε χώρος στην τρύπα. Ύστερα, ανασήκωσε την πέτρα και κατάφερε να την ξαναβάλει στη θέση της: Μόλις που διακρινότανε λιγάκι πως είχε ανασηκωθεί. Έσπρωξε όμως λίγο χώμα και το πατήκωσε στις άκρες. Αδύνατο πια να καταλάβει κανείς τίποτα. Βγήκε τότε έξω και τράβηξε κατά την πλατεία. Για μια στιγμή τον ξαναπλημμύρισε εκείνη η δυνατή, η ανυπόφορη σχεδόν χαρά που είχε νιώσει και στο αστυνομικό τμήμα, "θάφτηκαν τα πειστήρια! Τίνος, τίνος θα 'ρθει ποτέ η ιδέα να ψάξει κάτω απ' αυτή την πέτρα; θα βρίσκεται εκεί από τότε που χτίστηκε εκείνο το σπίτι και θα μείνει λέει άλλο τόσο ακόμα. Αλλά, κι αν ακόμα τα 'βρισκαν, ποιος θα σκεφτότανε ποτέ πως τα 'βαλα εγώ; Πάει, τέλειωσε! Δεν υπάρχουν πια αποδείξεις!". Κι άρχισε να γελάει! Ναι, θυμότανε πολύ καλά αργότερα πως είχε αφήσει ένα γελάκι νευρικό, αθόρυβο, παρατεταμένο, και πως γελούσε έτσι σ' όλο το διάστημα που πέρναγε την πλατεία. Όταν όμως έφτασε στη λεωφόρο Κ., όπου προχθές είχε συναντήσει κείνη τη μεθυσμένη κοπέλα, το γέλιο του κόπηκε απότομα.

Του ήρθανε τώρα άλλες σκέψεις.

Του φάνηκε ξαφνικά πως θα 'νιώθε ανυπόφορη αηδία να ξαναπεράσει κοντά απ' αυτό το παγκάκι, όπου είχε καθίσει για να σκεφτεί όταν η κοπέλα έφυγε και πως θα του ήτανε εξίσου δυσάρεστο να ξανασυναντήσει κείνον το μουστακαλή αστυφύλακα που του είχε δώσει τότε τα είκοσι καπίκια. "Ας πάει στο διάβολο". Περπατούσε κοιτάζοντας δώθε-κείθε αφαιρεμένα και με κακία. Όλες του οι σκέψεις τριγύριζαν τώρα γύρω από ένα βασικό σημείο, από ένα σημείο που το καταλάβαινε πολύ καλά ότι είναι βασικό. Και τώρα, ακριβώς αυτή τη στιγμή, ήτανε ολομόναχος απέναντι σ' αυτό το βασικό πρόβλημα για πρώτη φορά, ύστερα από δυο μήνες.

"Ας πάει στο διάβολο", σκέφτηκε ξανά με μια λύσσα ασυγκράτητη. "Αφού φτάσαμε εδώ, ας μείνουμε εδώ κι ας πάει στο διάβολο η καινούργια ζωή! Τί ηλίθια που είναι όλη αυτή η ιστορία, θεέ μου! Σήμερα, είπα του κόσμου τα ψέματα, ξεφούσκωσα σα μπαλόνι, σύρθηκα σα σκουλήκι μπροστά σ' αυτόν τον αηδιαστικό Ηλία Πετρόβιτς!

Δε βαριέσαι όμως... Δε δίνω πεντάρα για δαύτους, ούτε και με νοιάζει που ταπεινώθηκα μπροστά τους. Δεν είναι αυτό, όχι δεν πρόκειται καθόλου γι' αυτό...".

Ξαφνικά, σταμάτησε: Ένα καινούργιο ερώτημα, εντελώς αναπάντεχο και τρομερά απλό, τον έκανε να ζαλιστεί πάλι και τον πλημμύρισε με μια οδυνηρή κατάπληξη:

"Αν όλα αυτά τα 'κάνες έχοντας υπ' όψη σου κάποιο λόγο και όχι έτσι ηλίθια, αν είχες χαράξει ξεκάθαρα έναν ορισμένο σκοπό, πώς έγινε τότε και δεν κοίταξες ως τώρα τί είχε μέσα κείνο το πορτοφόλι, πώς αγνοείς ακόμα τί κέρδος σου απέφερε αυτή η δουλειά, που για χάρη της τραβάς όλα αυτά τα μαρτύρια κι έκανες ενσυνείδητα μια πράξη τόσο άνανδρη, τόσο ταπεινή, τόσο πρόστυχη; Γιατί, πριν από λίγο, ήσουνα έτοιμος να πετάξεις τα χρυσαφικά και το πορτοφόλι στο νερό, χωρίς καν να τα κοιτάξεις; Τί σημαίνει αυτό;".

"Ναι, αυτό, αυτό είναι...". Το 'ξερέ, άλλωστε, από πριν και δεν ήτανε γι' αυτόν κάνα καινούργιο ζήτημα. Κι όταν τη νύχτα πήρε την απόφαση να τα πετάξει στο νερό, το 'κάνε δίχως να διστάσει, δίχως να το ψιλοκοσκινίσει, αλλά σα να ήτανε κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να το κάνει και που δε μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

Ναι, τα 'ξερέ όλα αυτά και τα θυμότανε. Ίσως μάλιστα να είχε πάρει αυτή την απόφαση απ' το προηγούμενο κιόλας βράδυ, απ' τη στιγμή ακριβώς που έψαχνε στην κασέλα κι έβγαζε από κει μέσα τις θήκες με τα ενέχυρα. Ναι, έτσι είναι. "Έγινε γιατί είμαι πολύ άρρωστος", κατάληξε με βεβαιότητα, "βασανίζομαι, σπαράζει η καρδιά μου, δεν ξέρω ούτε κι ο ίδιος πια τί κάνω. Χθες, προχθές, κι όλον αυτόν τον καιρό, βασανιζόμουνα... 'Όταν θα γίνω καλά, δε θα σπαράζω πια, αλλά τί θα γίνει αν δε γιατρευτώ ποτέ μου; Ω θεέ μου!

Πόσο εξουθενώνουν όλα αυτά! ".

Περπατούσε χωρίς να σταματάει. Ήθελε πάρα πολύ να ξεχαστεί, μ' έναν οποιοδήποτε τρόπο, αλλά δεν ήξερε τί να κάνει, τί να επιχειρήσει. Μια καινούργια ακαθόριστη αίσθηση τον πλημμύριζε όλο και περισσότερο. Ήτανε κάτι σαν απέραντη αηδία, μια φυσική σχεδόν αποστροφή, για κάθε τι που τον περιτριγύριζε και που συναντούσε στο δρόμο του, μια αηδία επίμονη, άγρια, γεμάτη μίσος. Όλοι οι διαβάτες του φαίνονταν σιχαμεροί. Οι κινήσεις τους, τα πρόσωπα τους, το βάδισμα τους, τον αηδίαζαν. Αν τύχαινε να του μιλήσει κανένας, θα τον έφτυνε κατάμουτρα, θα τον δάγκωνε.

Σταμάτησε ξαφνικά, όταν βγήκε στην προκυμαία του Μικρού Νέβα, στο νησάκι Βασιλιέφσκυ, κοντά στη γέφυρα. "Εδώ κάθεται, σε τούτο δω το σπίτι", σκέφτηκε. "Τί σημαίνει αυτό; Ήρθα στον Ραζουμίχιν δίχως να το θέλω! Το ίδιο που έγινε και την άλλη φορά! Περίεργο όμως! Ήρθα γιατί το ήθελα, ή έτσι στην τύχη; Δεν έχει σημασία. Έλεγα... πριν από τρεις ημέρες... πως θα πήγαινα να τον ιδώ ύστερα απ' αυτό, την άλλη μέρα. Ε, να λοιπόν, πηγαίνω. Γιατί δηλαδή, δε μπορώ τώρα να κάνω επισκέψεις;".

Ανέβηκε στο πέμπτο πάτωμα όπου καθότανε ο Ραζουμίχιν. Βρισκότανε στο δωματιάκι του κι έγραφε εκείνη τη στιγμή. Του άνοιξε ο ίδιος. Είχανε να ιδωθούνε τέσσερις μήνες. Ο Ραζουμίχιν φορούσε μια ρόμπα τόσο πολύ τριμμένη, που φαίνονταν πια οι κλωστές, και κάτι παντόφλες στα ξεκάλτσωτα πόδια του. Ήτανε αναμαλλιασμένος, αξύριστος, άπλυτος. Το πρόσωπο του έδειχνε μεγάλη απορία.

"Εσύ! ", φώναξε κοιτάζοντας το φίλο του απ' τα νύχια ως την κορφή. Ύστερα σώπασε κι άφησε ένα σφύριγμα. "Πώς είναι δυνατό να βρίσκεσαι σε τέτοια χάλια; Μα την πίστη μου, η κομψότητα σου ξεπερνάει ακόμα και τη δική μου", πρόσθεσε κοιτάζοντας τα κουρέλια του Ρασκόλνικωφ. "Κάθισε λοιπόν! Φαίνεσαι κουρασμένος! ".

Κι όταν ο Ρασκόλνικωφ κάθισε στο ντιβάνι που ήτανε σκεπασμένο με μουσαμά τρισχειρότερο απ' το δικό του, ο Ραζουμίχιν κατάλαβε ξαφνικά πως ο επισκέπτης του ήτανε άρρωστος.

"Είσαι άρρωστος για τα καλά, το ξέρεις;".

Του 'πιάσε το σφυγμό. Ο Ρασκόλνικωφ τράβηξε το χέρι του απότομα.

"Δεν αξίζει τον κόπο", είπε, "ήρθα... Να γιατί ήρθα... Δεν έχω πια μαθήματα... θα ήθελα... Εξ άλλου, δεν έχω καθόλου ανάγκη από μαθήματα...".

"Μα, εσύ παραμιλάς! ", παρατήρησε ο Ραζουμίχιν, στηλώνοντας τα μάτια του στον Ρασκόλνικωφ.

"Όχι, δεν παραμιλάω...".

Ο Ρασκόλνικωφ σηκώθηκε.


×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.