image

Εγκλημα και τιμωρία (Μερος 2ο), ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (4)

Ξαφνικά, όμως, έμεινε καρφωμένος στη θέση όπου βρισκότανε: Ο Νικοντίμ Φόμιτς μιλούσε μ' έξαψη με τον Ηλία Πετρόβιτς κι έφτασαν στ' αυτιά του τούτα δω τα λόγια τους:

"Δε μπορεί να είναι έτσι, θα τους αφήσουμε ελεύθερους και τους δυο. Πρώτα-πρώτα, όλα είναι όλο αντιφάσεις. Για σκέψου το: Αν ήτανε αυτοί οι δολοφόνοι, γιατί να φωνάξουν το φύλακα; Για να καταγγείλουν έτσι τον ίδιο τους τον εαυτό;

Ή από πονηριά; Όχι, γιατί θα παραήτανε πονηρό. Κι ύστερα το φοιτητή Πεστριάκωφ, τον είδανε δυο θυρωροί και μια γυναίκα, κοντά στην εξώπορτα, τη στιγμή που έμπαινε μέσα: Ήτανε με τρεις φίλους του, που τους άφησε μπροστά στην πόρτα και μάλιστα δεν είχανε προφτάσει να φύγουν, όταν ρώτησε πού έμενε η γριά. θα 'κάνε ερώτηση αν πήγαινε με το σκοπό να τη σκοτώσει; Όσο για τον Κοχ, αυτός κάθισε μισή ώρα κάτω σ' ένα κοσμηματοπωλείο, προτού ν' ανεβεί στης γριάς. Ήτανε οχτώ παρά τέταρτο ακριβώς, όταν έφυγε από τον κοσμηματοπώλη για να πάει στη γριά. Τώρα, κρίνε και μόνος σου".

"Μα, για στάσου, τότε πώς βγαίνει απ' τα λεγόμενα τους αυτή η αντίφαση; Καταθέτουν ότι χτύπησαν την πόρτα και ότι τη βρήκανε κλειστή, αλλά ύστερα από τρία λεπτά, όταν ξαναγύρισαν με το φύλακα, τη βρήκανε ανοιγμένη'". "Εδώ ακριβώς είναι ο κόμπος: Δε χωράει αμφιβολία, ο δολοφόνος ήτανε μέσα και είχε κλείσει με το συρτή. Και θα τον έβρισκαν ασφαλώς, αν ο Κοχ δεν έκανε τη βλακεία να πάει και κείνος στο φύλακα. Σ' αυτό το χρονικό διάστημα, ο δολοφόνος τα κατάφερε να κατεβεί τη σκάλα και να τους ξεγλιστρήσει μ' έναν οποιονδήποτε τρόπο. Ο Κοχ σταυροκοπιέται με τα δυο του χέρια: "Αν είχα μείνει, λέει, εκεί θα πεταγότανε ο δολοφόνος και θα με σκότωνε με το μπαλντά". θα πάει, λέει, να κάνει λειτουργία, χα, χα! ".

"Κανείς λοιπόν δεν είδε το δολοφόνο;".

"Πώς να τον ιδούν; Εκείνο το σπίτι είναι αληθινή κιβωτός του Νώε", είπε ο γραμματέας, που άκουγε απ' τη θέση του τη συζήτηση.

"Το πράγμα είναι φανερό, το πράγμα είναι φανερό", επαναλάμβανε ο Νικοντίμ Φόμιτς με θέρμη.

"Όχι, δεν είναι και τόσο φανερό", υποστήριζε ο Ηλίας Πετρόβιτς.

Ο Ρασκόλνικωφ πήρε το καπέλο του και προχώρησε κατά την πόρτα. Αλλά δεν έφτασε ως την πόρτα...

Όταν συνήλθε, είδε πως τον είχανε βάλει σε μια καρέκλα. Κάποιος τον κρατούσε απ' τα δεξιά. Αριστερά, στεκότανε ένας άλλος μ' ένα νεροπότηρο κίτρινο, γεμάτο μ' ένα υγρό κίτρινο. Κι αντίκρυ του, ήτανε ο Νικοντίμ Φόμιτς που τον κοίταζε επίμονα. Σηκώθηκε απ' την καρέκλα. "Μα,  τί λοιπόν;  Είσαστε  άρρωστος;",  ρώτησε  ο Νικοντίμ  Φόμιτς,  αρκετά απότομα.

"Όταν έγραφε τη δήλωση, δε μπορούσε καλά-καλά να κρατήσει την πέννα στο χέρι του", παρατήρησε ο γραμματέας, ενώ ξανακαθότανε και βυθιζόταν στα χαρτιά του.

"Και από τότε είσαστε άρρωστος;", φώναξε ο Ηλίας Πετρόβιτς, ταχτοποιώντας κι αυτός τα χαρτιά του.

Φυσικά, είχε πάει κι εκείνος, μαζί με τους άλλους, κοντά στον άρρωστο, όταν αυτός λιποθύμησε, μόλις όμως είδε πως άρχισε να συνέρχεται, ξαναγύρισε στη θέση του.

"Από χθες...", ψέλλισε ο Ρασκόλνικωφ.

"Και βγήκατε χτες έξω;".

"Βγήκα".

"Άρρωστος;".

"Άρρωστος."

"Ποια ώρα;".

"Κατά τις οχτώ το βράδυ".

"Και πού πήγατε; Επιτρέψατε μου να σας κάνω αυτή την ερώτηση".

"Στο δρόμο".

Να μια απάντηση καθαρή και σύντομη!

Ο Ρασκόλνικωφ, άσπρος σαν πανί, απαντούσε κοφτά και σύντομα χωρίς να χαμηλώσει τα μαύρα και φλογισμένα μάτια του, μπροστά στο βλέμμα του Ηλία Πετρόβιτς.

"Αυτό δε-λέ-ει-τί-πο-τα", απάντησε ο Ηλία Πετρόβιτς τονίζοντας περίεργα τις λέξεις του.

Ο Νικοντίμ Φόμιτς ήθελε να προσθέσει κάτι ακόμα, αλλά καθώς έπεσε το βλέμμα του στο γραμματέα που τον κοίταζε πολύ επίμονα, σώπασε. Ξαφνικά, σώπασαν όλοι τους.

Κι αυτό ήτανε παράξενο.

"Πάει καλά, δε σας κρατάμε άλλο", είπε τέλος ο Ηλίας Πετρόβιτς.

Ο Ρασκόλνικωφ αποσύρθηκε. Καθώς έβγαινε έξω, πρόφτασε ν' ακούσει πως η συζήτηση ξανάρχισε με ζωηρότητα. Ξεχώριζε η φωνή του Νικοντίμ Φόμιτς που διατύπωνε κάτι ερωτήματα... Όταν έφτασε στο δρόμο, συνήλθε ολότελα.

"Έρευνα! Έρευνα! θα  γίνει   αμέσως   έρευνα! ",   έλεγε   από   μεσάτου   σιγά, προχωρώντας βιαστικά προς το δωμάτιο του. "Οι ληστές! Με υποψιάζονται'". Τον κυρίεψε πάλι ο τρόμος, απ' τα νύχια ως την κορφή.



Want to learn a language?


Learn from this text and thousands like it on LingQ.

  • A vast library of audio lessons, all with matching text
  • Revolutionary learning tools
  • A global, interactive learning community.

Language learning online @ LingQ

Ξαφνικά, όμως, έμεινε καρφωμένος στη θέση όπου βρισκότανε: Ο Νικοντίμ Φόμιτς μιλούσε μ' έξαψη με τον Ηλία Πετρόβιτς κι έφτασαν στ' αυτιά του τούτα δω τα λόγια τους:

"Δε μπορεί να είναι έτσι, θα τους αφήσουμε ελεύθερους και τους δυο. Πρώτα-πρώτα, όλα είναι όλο αντιφάσεις. Για σκέψου το: Αν ήτανε αυτοί οι δολοφόνοι, γιατί να φωνάξουν το φύλακα; Για να καταγγείλουν έτσι τον ίδιο τους τον εαυτό;

Ή από πονηριά; Όχι, γιατί θα παραήτανε πονηρό. Κι ύστερα το φοιτητή Πεστριάκωφ, τον είδανε δυο θυρωροί και μια γυναίκα, κοντά στην εξώπορτα, τη στιγμή που έμπαινε μέσα: Ήτανε με τρεις φίλους του, που τους άφησε μπροστά στην πόρτα και μάλιστα δεν είχανε προφτάσει να φύγουν, όταν ρώτησε πού έμενε η γριά. θα 'κάνε ερώτηση αν πήγαινε με το σκοπό να τη σκοτώσει; Όσο για τον Κοχ, αυτός κάθισε μισή ώρα κάτω σ' ένα κοσμηματοπωλείο, προτού ν' ανεβεί στης γριάς. Ήτανε οχτώ παρά τέταρτο ακριβώς, όταν έφυγε από τον κοσμηματοπώλη για να πάει στη γριά. Τώρα, κρίνε και μόνος σου".

"Μα, για στάσου, τότε πώς βγαίνει απ' τα λεγόμενα τους αυτή η αντίφαση; Καταθέτουν ότι χτύπησαν την πόρτα και ότι τη βρήκανε κλειστή, αλλά ύστερα από τρία λεπτά, όταν ξαναγύρισαν με το φύλακα, τη βρήκανε ανοιγμένη'". "Εδώ ακριβώς είναι ο κόμπος: Δε χωράει αμφιβολία, ο δολοφόνος ήτανε μέσα και είχε κλείσει με το συρτή. Και θα τον έβρισκαν ασφαλώς, αν ο Κοχ δεν έκανε τη βλακεία να πάει και κείνος στο φύλακα. Σ' αυτό το χρονικό διάστημα, ο δολοφόνος τα κατάφερε να κατεβεί τη σκάλα και να τους ξεγλιστρήσει μ' έναν οποιονδήποτε τρόπο. Ο Κοχ σταυροκοπιέται με τα δυο του χέρια: "Αν είχα μείνει, λέει, εκεί θα πεταγότανε ο δολοφόνος και θα με σκότωνε με το μπαλντά". θα πάει, λέει, να κάνει λειτουργία, χα, χα! ".

"Κανείς λοιπόν δεν είδε το δολοφόνο;".

"Πώς να τον ιδούν; Εκείνο το σπίτι είναι αληθινή κιβωτός του Νώε", είπε ο γραμματέας, που άκουγε απ' τη θέση του τη συζήτηση.

"Το πράγμα είναι φανερό, το πράγμα είναι φανερό", επαναλάμβανε ο Νικοντίμ Φόμιτς με θέρμη.

"Όχι, δεν είναι και τόσο φανερό", υποστήριζε ο Ηλίας Πετρόβιτς.

Ο Ρασκόλνικωφ πήρε το καπέλο του και προχώρησε κατά την πόρτα. Αλλά δεν έφτασε ως την πόρτα...

Όταν συνήλθε, είδε πως τον είχανε βάλει σε μια καρέκλα. Κάποιος τον κρατούσε απ' τα δεξιά. Αριστερά, στεκότανε ένας άλλος μ' ένα νεροπότηρο κίτρινο, γεμάτο μ' ένα υγρό κίτρινο. Κι αντίκρυ του, ήτανε ο Νικοντίμ Φόμιτς που τον κοίταζε επίμονα. Σηκώθηκε απ' την καρέκλα. "Μα,  τί λοιπόν;  Είσαστε  άρρωστος;",  ρώτησε  ο Νικοντίμ  Φόμιτς,  αρκετά απότομα.

"Όταν έγραφε τη δήλωση, δε μπορούσε καλά-καλά να κρατήσει την πέννα στο χέρι του", παρατήρησε ο γραμματέας, ενώ ξανακαθότανε και βυθιζόταν στα χαρτιά του.

"Και από τότε είσαστε άρρωστος;", φώναξε ο Ηλίας Πετρόβιτς, ταχτοποιώντας κι αυτός τα χαρτιά του.

Φυσικά, είχε πάει κι εκείνος, μαζί με τους άλλους, κοντά στον άρρωστο, όταν αυτός λιποθύμησε, μόλις όμως είδε πως άρχισε να συνέρχεται, ξαναγύρισε στη θέση του.

"Από χθες...", ψέλλισε ο Ρασκόλνικωφ.

"Και βγήκατε χτες έξω;".

"Βγήκα".

"Άρρωστος;".

"Άρρωστος."

"Ποια ώρα;".

"Κατά τις οχτώ το βράδυ".

"Και πού πήγατε; Επιτρέψατε μου να σας κάνω αυτή την ερώτηση".

"Στο δρόμο".

Να μια απάντηση καθαρή και σύντομη!

Ο Ρασκόλνικωφ, άσπρος σαν πανί, απαντούσε κοφτά και σύντομα χωρίς να χαμηλώσει τα μαύρα και φλογισμένα μάτια του, μπροστά στο βλέμμα του Ηλία Πετρόβιτς.

"Αυτό δε-λέ-ει-τί-πο-τα", απάντησε ο Ηλία Πετρόβιτς τονίζοντας περίεργα τις λέξεις του.

Ο Νικοντίμ Φόμιτς ήθελε να προσθέσει κάτι ακόμα, αλλά καθώς έπεσε το βλέμμα του στο γραμματέα που τον κοίταζε πολύ επίμονα, σώπασε. Ξαφνικά, σώπασαν όλοι τους.

Κι αυτό ήτανε παράξενο.

"Πάει καλά, δε σας κρατάμε άλλο", είπε τέλος ο Ηλίας Πετρόβιτς.

Ο Ρασκόλνικωφ αποσύρθηκε. Καθώς έβγαινε έξω, πρόφτασε ν' ακούσει πως η συζήτηση ξανάρχισε με ζωηρότητα. Ξεχώριζε η φωνή του Νικοντίμ Φόμιτς που διατύπωνε κάτι ερωτήματα... Όταν έφτασε στο δρόμο, συνήλθε ολότελα.

"Έρευνα! Έρευνα! θα  γίνει   αμέσως   έρευνα! ",   έλεγε   από   μεσάτου   σιγά, προχωρώντας βιαστικά προς το δωμάτιο του. "Οι ληστές! Με υποψιάζονται'". Τον κυρίεψε πάλι ο τρόμος, απ' τα νύχια ως την κορφή.


×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.