image

Εγκλημα και τιμωρία (Μερος 2ο), ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (3)

Άλλαζε πόδι σαν το άλογο επί τόπου κι έκανε αδιάκοπα υποκλίσεις, περιμένοντας ανυπόμονα να της επιτρέψει να πεί κι αυτή μια λέξη. Και ήρθε επί τέλους η σειρά της: "Ντεν έγκινε κανένα φασαρία στο δικό μου σπίτι, ούτε και καβγάς, κυρ-αστυνόμε μου", είπε με έντονη γερμανική προφορά, αλλά και με απόλυτη σιγουριά για τα Ρωσικά της. "Κανένα δκαικΜ (σκάνδαλο), τίποτα δκαικΜ, μόνο ήρτε ένας μεθυσμένος - και να σας πω το πώς και τί κυρ-αστυνόμε μου, εγκώ δε φταίει τίποτα, το σπίτι μου είναι πολύ εντάξει, κυρ' αστυνόμε μου κι εγκώ ντεν τέλει δκαικΜ στο σπίτι. Αλλά ήρτε πολύ-πολύ μεθυσμένο και λέει δώσε άλλες τρεις μπουκάλες και τότες σηκώνει πόδι του και παίζει πιάνο με το πόδι κι αυτό το πράμα ντεν είναι καθόλου §ιιί (καλό) σ' ένα σπίτι καθώς πρέπει, και πάει το πιάνο, το 'σπάσε £&ηζ (όλο). Αυτό, τον λέω, ντεν είναι καλό, ντεν είναι τρόποι αυτό και τότε παίρνει ένα μπουκάλα και ντόοτου να κυνηγάει όλο το κόσμο από πίσω. Τότε φωνάζει εγκώ το τυρωρός το Καρλ, έρχεται το Καρλ κι αυτός αμέσως ρίχνεται κατά πάνω στο Καρλ, του πρήζει μάτι, πρήζει μάτι και της Εριέττας, κοπανάει κι εμένα πέντε καστούκια. Αυτό ντεν είναι κατόλου εβγκενικό, σε σπίτι καθώς πρέπει, κυρ-αστυνόμε μου κι έβαλα φωνές κι εγκώ. Εκείνος όμως, ανοίγκει παράθυρο που είναι κατά το κανάλι κι αρχίζει να φωνάζει σα γκουρούνι. Ντροπής! Ντεν επιτρέπεται τσιθίζεις έτσι σα γκουρούνι στο παράθυρο. Γκουί, γκουί, γκουί. Τότε το Καρλ, τον βουτάει από το Κοοκ (φράκο), τραβάει και είναι αλήθεια, κυρ-αστυνόμε μου, πως του το 'σκίσε δεηι Κοοκ - λιγκάκι μόνο. Βάζει φωνές, πι&η  πιιΐδδ   (πρέπει)  να  του  πληρώνουμε,   λέει,   δεκαπέντε   ρούβλια  οηΐΓαίΊ (αποζημίωση).

Βγκάζω και του ντίνω πέντε ρούβλιο κυρ-αστυνόμε μου για το δείη Κοοκ. Ντεν είναι εν τάξει πελάτης, κυρ' αστυνόμε μου, κι όλο δκαικΜ μας κάνει. Εγκώ, λέει, γκράψω μεγκάλο 53ΪΪΓ6 (σάτυρα) για σένα στο εφημερίντα, γιατί μπορώ γράφω ό,τι θέλω στο εφημερίντες".

"Α, είναι σαν να λέμε συγγραφέας;".

"Μάλιστα,  κυρ-αστυνόμε  μου,  αλλά  κατόλου  εβγκενικό  πελάτης,  αφού  δε ντράπηκε, μέσα σ' ένα σπίτι καθώς πρέπει...".

"Έλα, έλα, έλα, φτάνει! Σου το 'πα τόσες φορές ότι...".

"Ηλία Πετρόβιτς", είπε πάλι ο γραμματέας με βαρυσήμαντο ύφος. Ο αστυνόμος του 'ρίξε μια γρήγορη ματιά κι εκείνος του 'κάνε ένα ελαφρό νόημα με το κεφάλι.

"Λοιπόν... Όσο για σένα, αξιότιμη κυρία Λουίζα Ιβάνοβνα, να τί έχω να σου πω για  τελευταία  φορά",  εξακολούθησε  ο  αξιωματικός. "Αν  ξαναγίνει  τέτοιο σκάνδαλο, στο καθώς πρέπει σπίτι σου, θα σε τσουβαλιάσω, όπως το λέμε περί δια γραμμάτου.

Τ' ακούς; Ώστε, ένας φιλόλογος, ένας συγγραφέας, δέχτηκε από ένα "καθώς πρέπει σπίτι" πέντε ρούβλια για το σχίσιμο του φράκου του; Ορίστε! Τέτοια κουμάσια είναι οι συγγραφείς! ", πρόσθεσε ρίχνοντας μια περιφρονητική ματιά στον Ρασκόλνικωφ. "Προχθές πάλι έγινε άλλη μια τέτοια ιστορία μ' έναν από δαύτους σε κάποια ταβέρνα. Έφαγε κι ύστερα δεν ήθελε να πληρώσει, "θα γράψω εναντίον σου μια σάτιρα", είπε στον ταβερνιάρη. Ένας άλλος πάλι, πριν από οκτώ ημέρες, έβρισε χυδαιότατα πάνω σ' ένα καράβι, μια οικογένεια αξιοσέβαστη, τη γυναίκα και την κόρη ενός ανωτέρου δημοσίου υπαλλήλου. Έναν άλλον, τον πέταξαν με τις κλωτσιές από ένα ζαχαροπλαστείο. Να, τέτοιοι είναι όλοι αυτοί οι συγγραφείς, οι φιλόλογοι και φοιτητάδες... Πφ! Όσο για σένα, στρίβε από δω! Και, πρόσεχε... Σε παρακολουθώ... Τ ακούς;".

Η Λουίζα  Ιβάνοβνα  άρχισε να  χαιρετάει προς  όλες  τις  κατευθύνσεις,  με εξαιρετική ευγένεια, και χαιρετώντας έτσι πήγε ως την πόρτα με μικρά-μικρά βηματάκια προς τα πίσω. Αλλά μόλις έφτασε εκεί, τράκαρε με τα πισινά της έναν όμορφο αξιωματικό, με πρόσωπο πρόσχαρο και δροσερό, στολισμένο με δυο ξανθές φαβορίτες, πολύ πυκνές. Ήτανε ο ίδιος ο διοικητής του τμήματος, ο Νικοντίμ Φόμιτς. Η Λουίζα Ιβάνοβνα του 'κάνε γρήγορα-γρήγορα μια υπόκλιση ως το πάτωμα και βγήκε απ' το γραφείο με βηματάκια πηδηχτά.

"Έχουμε πάλι κεραυνούς, πάλι μπουμπουνητά και αστραπές, ανεμοστρόβιλους και τυφώνες;", είπε φιλικά κι εγκάρδια ο Νικοντίμ Φόμιτς στον βοηθό του Ηλία Πετρόβιτς. Σ' έκαναν μπαρούτι πάλι βλέπω - σ' άκουγα από τη σκάλα". "Είναι να μη γίνεις μπαρούτι;", απάντησε ο Ηλίας Πετρόβιτς με μια αρχοντική ανεμελιά,   καθώς   μεταφερότανε   με   τα   χαρτιά   του   στο   άλλο   γραφείο, ταλαντεύοντας με χάρη τους ώμους του. "Ορίστε, κοιτάξτε τούτον δω τον κύριο συγγραφέα, φοιτητή ήθελα να πω, ή μάλλον πρώην φοιτητή, δεν πληρώνει τα χρέη του, υπογράφει γραμμάτια, αρνείται ν' αδειάσει το ξένο δωμάτιο, κάθε μέρα μας κάνουν του κόσμου τα παράπονα εναντίον του, κι απ' την άλλη μεριά μας κάνει τον καμπόσο και θίγεται γιατί καπνίζουμε μπροστά του! Ορίστε, κοιτάξτε τον! "εν όλη του τη μεγαλοπρέπεια"! ".

'Ή φτώχεια δεν είναι ελάττωμα, αγαπητέ μου, αλλά σε ξέρω τώρα πια καλά. Μπαρούτι μου, με το παραμικρό αρπάζεσαι, θα θυμώσατε όπως φαίνεται και σεις και δε μπορέσατε να συγκρατηθείτε;", συνέχισε εγκάρδια, γυρίζοντας κατά τον Ρασκόλνικωφ. "Έχετε  άδικο. Ο  Ηλίας  Πετρόβιτς  είναι πάρα  πολύ  καλός άνθρωπος, σας βεβαιώ, αλλά σωστό μπαρούτι. Παίρνει φωτιά με το πρώτο, αρπάζεται και πάει πια.

Δε μένει τίποτα απ' αυτόν - εκτός από μια χρυσή καρδιά! Στο σύνταγμα, τον λέγαμε υπολοχαγό-μπαρούτι".

"Και τί σύνταγμα ήτανε εκείνο, ε;", φώναξε ο Ηλίας Πετρόβιτς, ευχαριστημένος που ικανοποιήθηκε το γόητρο του, αλλά μουτρωμένος ακόμα.

Ο Ρασκόλνικωφ ένιωσε ξαφνικά την επιθυμία να πεί κάτι που να τους είναι εξαιρετικά ευχάριστο.

"Σας παρακαλώ, κύριε αστυνόμε", άρχισε να λέει με μεγάλη άνεση, γυρίζοντας κατά το Νικοντίμ Φόμιτς, "ελάτε λίγο στη θέση μου. Είμαι έτοιμος να ζητήσω συγγνώμη, αν τον προσέβαλα κατά οποιονδήποτε τρόπο. Είμαι ένας φοιτητής φτωχός και άρρωστος, εξουθενωμένος από τη μιζέρια (είπε ακριβώς αυτή τη λέξη: "εξουθενωμένος"). Διέκοψα τις σπουδές μου, γιατί δεν έχω σήμερα τα μέσα να συντηρηθώ, αλλά περιμένω να πάρω κάτι χρήματα. Έχω τη μητέρα μου και την αδελφή μου, που μένουν στην επαρχία... θα μου στείλουν μερικά λεφτά και... θα πληρώσω.

Η σπιτονοικοκυρά μου είναι μια πολύ καλή γυναίκα, αλλά θύμωσε τόσο πολύ που έχασα τα μαθήματα μου κι έχω να την πληρώσω έξη μήνες, ώστε έπαψε πια να μου στέλνει φαγητό... Δεν έχω ιδέαν περί τίνος πρόκειται. Τώρα, ζητάει να της πληρώσω αυτό το γραμμάτιο, αλλά τί μπορώ να της πληρώσω; Κρίνετε και μόνος σας! ".

"Αυτό δεν είναι δικιά μας δουλειά", παρατήρησε πάλι ο γραμματέας.

"Με συγχωρείτε, με συγχωρείτε, είμαι απολύτως σύμφωνος μαζί σας", απάντησε ο Ρασκόλνικωφ, απευθυνόμενος όχι στο γραμματέα, αλλά στον Νικοντίμ Φόμιτς, προσπαθώντας ταυτόχρονα ν' απευθύνεται και στον Ηλία Πετρόβιτς, παρ' όλο που αυτός έκανε πως ψαχουλεύει τα χαρτιά του και του 'δείχνε μια αδιαφορία περιφρονητική. "Επιτρέψατε μου να σας εξηγήσω απ' την πλευρά μου και γω. Μένω στο σπίτι της, εδώ και τρία χρόνια τώρα, από τότε που ήρθα απ' την επαρχία, και στην αρχή... στην αρχή... γιατί να μην τ' ομολογήσω, είχα δώσει μια υπόσχεση να παντρευτώ την κόρη της. Υπόσχεση προφορική βεβαίως... Ήτανε μια μικρούλα... που μ' άρεσε.,.αν και δεν ήμουνα ερωτευμένος μαζί της... με μια λέξη η νεότης... θέλω να πω, δηλαδή, η σπιτονοικοκυρά μου, μου 'κάνε τότε αβέρτα πίστωση και πέρναγα καλά... Ήμουνα όμως πάρα πολύ επιπόλαιος και...". "Δεν σας ζητάμε λεπτομέρειες τόσο πολύ ιδιωτικής φύσεως, κύριε, ούτε έχουμε τον καιρό να τίς ακούσουμε", είπε απότομα και θριαμβευτικά ο Ηλίας Πετρόβιτς. Ο Ρασκόλνικωφ όμως τον σταμάτησε και συνέχισε τη διήγηση του με θέρμη, παρ' όλο που ξαφνικά άρχισε να μιλάει με πολλή δυσκολία.

"Επιτρέψατε μου, επιτρέψατε μου, λοιπόν, να σας τα διηγηθώ και εγώ όλα... πώς έχει η υπόθεση και... με τη σειρά, αν και είναι εντελώς ανώφελο να σας τα διηγηθώ, το παραδέχομαι. Πριν από ένα χρόνο αυτή η κοπέλα πέθανε από τύφο, κι εγώ έμεινα νοικάρης, όπως και πρώτα, κι όταν η σπιτονοικοκυρά μου ήρθε να μείνει στο διαμέρισμα που έχει σήμερα, μου είπε... μου είπε φιλικότατα... πως μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη... αλλά με παρακαλεί, λέει, να της υπογράψω αυτό το γραμμάτιο για εκατόν δεκαπέντε ρούβλια - γιατί τόσο έκρινε πως ήτανε το χρέος μου. Επιτρέψατε μου ακόμα κάτι: Μου δήλωσε κατηγορηματικώς ότι, μόλις θα της υπέγραφα αυτό το χαρτί, θα εξακολουθούσε να μου κάνει όση πίστωση ήθελα και πως ποτέ μα ποτέ - είναι τα ίδια της τα λόγια- δε θα χρησιμοποιούσε αυτό το γραμμάτιο, αλλά θα με περίμενε, ώσπου να την πληρώσω μόνος μου... Και τώρα, που δε δίνω πια μαθήματα, που δεν έχω ούτε να φάω, μου κάνει μήνυση!... Τί να πεί κανείς γι' αυτό το πράγμα;". "Όλες αυτές οι λεπτομέρειες είναι ιδιωτικής φύσεως, κύριε, και δεν μας ενδιαφέρουν", είπε περιφρονητικά ο Ηλίας Πετρόβιτς. "Πρέπει να υπογράψετε τη δήλωση και ν' αναλάβετε την υποχρέωση. Με το ότι είσαστε ερωτευμένος και μ' όλα τ' άλλα τραγικά περιστατικά, εμείς δεν έχουμε καμμιά δουλειά". "Ω! το παρακάνεις", μουρμούρισε ο Νικοντίμ Φόμιτς, ενώ καθότανε στο γραφείο του κι άρχιζε να γράφει. Ένιωθε κάτι σα ντροπή. "Γράψτε", είπε ο γραμματέας στον Ρασκόλνικωφ. "Τί να γράψω;", ρώτησε αυτός πολύ απότομα. "θα σας υπαγορεύσω". Ο Ρασκόλνικωφ σχημάτισε την εντύπωση ότι ο γραμματέας, απ' τη στιγμή που τους έκανε την εξομολόγηση, του φερότανε πιο ακατάδεχτα και πιο περιφρονητικά, αλλά - παράξενο!- κι ο ίδιος έπαψε ξαφνικά να ενδιαφέρεται για τη γνώμη που θα σχημάτιζαν για το άτομο του. Και η αλλαγή αυτή έγινε μέσα του αστραπιαία, σ' ένα λεπτό. Αν έκανε τον κόπο να σκεφτεί λιγάκι, σίγουρα θ' απορούσε που μπόρεσε να τους μιλήσει έτσι πριν από λίγο και μάλιστα να τους ανακατέψει στα αισθήματα του. Πώς του δημιουργήθηκε αυτή η διάθεση; Τώρα, αντίθετα, αν τούτο το γραφείο, αντί να έχει αστυνομικούς, γέμιζε ξαφνικά με τους πιο στενούς του φίλους, δε θα 'βρίσκε για να τους πει ούτε μια έξη ανθρώπινη - τόσο πολύ είχε αδειάσει ξαφνικά η καρδιά του. Πλημμυρίστηκε η ψυχή του απότομα από τη σκοτεινή αίσθηση της μοναξιάς - μιας μοναξιάς σκληρής κι απέραντης.

Όχι πως ντροπιάστηκε για τις αισθηματικές του διαχύσεις; μπροστά στον Ηλία Πετρόβιτς, ούτε πως τον ένοιαξε καθόλου που θριάμβευε ο υπαστυνόμος. Ω! Τι σημασία είχαν τώρα οι ντροπές, τα ψευτοφιλότιμα, οι υπαστυνόμοι, οι Γερμανίδες, τα γραμμάτια, τα γραφεία κι όλα τ' άλλα; Αν αυτή τη στιγμή τον καταδίκαζαν να τον κάψουν ζωντανό, δεν θα κλονιζότανε καθόλου, και είναι ζήτημα αν θα 'δίνε καμμιά προσοχή στην καταδίκη του. Κάτι ολότελα καινούργιο γινότανε μέσα του, κάτι που δεν το 'ξερέ ως τότε, ένα φαινόμενο απρόβλεπτο και άνευ προηγουμένου, κάτι που μάλλον δεν το καταλάβαινε. Αισθανότανε όμως ολοκάθαρα, με όλες του τις αισθήσεις, πως από δω και μπρος του ήτανε απαγορευμένο να μιλήσει ξανά σ' αυτούς εδώ τους ανθρώπους, σ' αυτούς τους αστυνομικούς υπαλλήλους, όχι για τις αισθηματικές του υποθέσεις, όπως έκανε πριν από λίγο, αλλά και για οτιδήποτε άλλο, ακόμα και αν δεν ήταν αξιωματικοί της αστυνομίας, αλλά στενοί συγγενείς του, αδέλφια του. Και τότε ακόμα δε θα 'βρίσκε κανένα λόγο να τους μιλήσει, σε καμμιά περίσταση της ζωής του. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξανανιώσει ένα τόσο παράξενο και φοβερό αίσθημα. Και το πιο οδυνηρό ήτανε πως αυτό το πράγμα ήτανε πιο πολύ αίσθηση, παρά μια αντίληψη ή κάποια ιδέα: Μια αίσθηση άμεση, η πιο σκληρή απ' όσες είχε νιώσει στη ζωή του ως τότε.

Ο γραμματέας άρχισε να του υπαγορεύει τον τύπο της δηλώσεως, που χρησιμοποιούν σ' αυτές τις περιπτώσεις: "Μη δυνάμενος να εξοφλήσω το παρόν γραμμάτιον, αναλαμβάνω την υποχρέωσιν, όπως προβώ εις την εξόφλησιν αυτού την τάδε ημερομηνίαν, όπως μη εγκαταλείψω την πόλιν ταύτην, μη μεταβιβάσω ουδέ εκχωρήσω περιουσιακά μου στοιχεία κ.λπ. ".

"Μα, εσείς δε μπορείτε να γράψετε και πέφτει η πέννα απ' τα χέρια σας", είπε ο γραμματέας, κοιτάζοντας τον Ρασκόλνικωφ με περιέργεια. "Είσαστε άρρωστος;". "Μάλιστα, γυρίζει το κεφάλι μου... Συνεχίστε!". "Αυτό ήτανε όλο, υπογράψτε".

Ο γραμματέας πήρε το χαρτί και ασχολήθηκε με άλλους ανθρώπους. Ο Ρασκόλνικωφ του 'δώσε την πέννα, αλλά αντί να σηκωθεί και να φύγει, ακούμπησε τους αγκώνες του στο γραφείο και έσφιξε το κεφάλι του ανάμεσα στα δυο του χέρια. Του φαινότανε σα να του 'μπηξαν κάποιο καρφί στην κορφή του κρανίου.

Του ήρθε τότε ξαφνικά μια παράξενη ιδέα: Να σηκωθεί αμέσως, να πάει στον Νικοντίμ Φόμιτς και να του εξιστορήσει, με κάθε λεπτομέρεια, το τί έγινε χθες το βράδυ. Ύστερα, να πάει μαζί του στο δωμάτιο του, και να του δείξει τα πράγματα που είχε κρύψει στην τρύπα του τοίχου, στη γωνιά της ταπετσαρίας. Ήτανε τόσο δυνατός αυτός ο πειρασμός, που σηκώθηκε κιόλας απ' τη θέση του για να βάλει μπροστά το σχέδιο του. "Δε θα 'τανε καλύτερα να το σκεφτώ πρώτα ένα λεφτό;", είπε μέσα του. "Όχι, καλύτερα να το κάνω δίχως να σκεφτώ καθόλου! Να το πετάξω πια από πάνω μου αυτό το βάρος! ".



Want to learn a language?


Learn from this text and thousands like it on LingQ.

  • A vast library of audio lessons, all with matching text
  • Revolutionary learning tools
  • A global, interactive learning community.

Language learning online @ LingQ

Άλλαζε πόδι σαν το άλογο επί τόπου κι έκανε αδιάκοπα υποκλίσεις, περιμένοντας ανυπόμονα να της επιτρέψει να πεί κι αυτή μια λέξη. Και ήρθε επί τέλους η σειρά της: "Ντεν έγκινε κανένα φασαρία στο δικό μου σπίτι, ούτε και καβγάς, κυρ-αστυνόμε μου", είπε με έντονη γερμανική προφορά, αλλά και με απόλυτη σιγουριά για τα Ρωσικά της. "Κανένα δκαικΜ (σκάνδαλο), τίποτα δκαικΜ, μόνο ήρτε ένας μεθυσμένος - και να σας πω το πώς και τί κυρ-αστυνόμε μου, εγκώ δε φταίει τίποτα, το σπίτι μου είναι πολύ εντάξει, κυρ' αστυνόμε μου κι εγκώ ντεν τέλει δκαικΜ στο σπίτι. Αλλά ήρτε πολύ-πολύ μεθυσμένο και λέει δώσε άλλες τρεις μπουκάλες και τότες σηκώνει πόδι του και παίζει πιάνο με το πόδι κι αυτό το πράμα ντεν είναι καθόλου §ιιί (καλό) σ' ένα σπίτι καθώς πρέπει, και πάει το πιάνο, το 'σπάσε £&ηζ (όλο). Αυτό, τον λέω, ντεν είναι καλό, ντεν είναι τρόποι αυτό και τότε παίρνει ένα μπουκάλα και ντόοτου να κυνηγάει όλο το κόσμο από πίσω. Τότε φωνάζει εγκώ το τυρωρός το Καρλ, έρχεται το Καρλ κι αυτός αμέσως ρίχνεται κατά πάνω στο Καρλ, του πρήζει μάτι, πρήζει μάτι και της Εριέττας, κοπανάει κι εμένα πέντε καστούκια. Αυτό ντεν είναι κατόλου εβγκενικό, σε σπίτι καθώς πρέπει, κυρ-αστυνόμε μου κι έβαλα φωνές κι εγκώ. Εκείνος όμως, ανοίγκει παράθυρο που είναι κατά το κανάλι κι αρχίζει να φωνάζει σα γκουρούνι. Ντροπής! Ντεν επιτρέπεται τσιθίζεις έτσι σα γκουρούνι στο παράθυρο. Γκουί, γκουί, γκουί. Τότε το Καρλ, τον βουτάει από το Κοοκ (φράκο), τραβάει και είναι αλήθεια, κυρ-αστυνόμε μου, πως του το 'σκίσε δεηι Κοοκ - λιγκάκι μόνο. Βάζει φωνές, πι&η  πιιΐδδ   (πρέπει)  να  του  πληρώνουμε,   λέει,   δεκαπέντε   ρούβλια  οηΐΓαίΊ (αποζημίωση).

Βγκάζω και του ντίνω πέντε ρούβλιο κυρ-αστυνόμε μου για το δείη Κοοκ. Ντεν είναι εν τάξει πελάτης, κυρ' αστυνόμε μου, κι όλο δκαικΜ μας κάνει. Εγκώ, λέει, γκράψω μεγκάλο 53ΪΪΓ6 (σάτυρα) για σένα στο εφημερίντα, γιατί μπορώ γράφω ό,τι θέλω στο εφημερίντες".

"Α, είναι σαν να λέμε συγγραφέας;".

"Μάλιστα,  κυρ-αστυνόμε  μου,  αλλά  κατόλου  εβγκενικό  πελάτης,  αφού  δε ντράπηκε, μέσα σ' ένα σπίτι καθώς πρέπει...".

"Έλα, έλα, έλα, φτάνει! Σου το 'πα τόσες φορές ότι...".

"Ηλία Πετρόβιτς", είπε πάλι ο γραμματέας με βαρυσήμαντο ύφος. Ο αστυνόμος του 'ρίξε μια γρήγορη ματιά κι εκείνος του 'κάνε ένα ελαφρό νόημα με το κεφάλι.

"Λοιπόν... Όσο για σένα, αξιότιμη κυρία Λουίζα Ιβάνοβνα, να τί έχω να σου πω για  τελευταία  φορά",  εξακολούθησε  ο  αξιωματικός. "Αν  ξαναγίνει  τέτοιο σκάνδαλο, στο καθώς πρέπει σπίτι σου, θα σε τσουβαλιάσω, όπως το λέμε περί δια γραμμάτου.

Τ' ακούς; Ώστε, ένας φιλόλογος, ένας συγγραφέας, δέχτηκε από ένα "καθώς πρέπει σπίτι" πέντε ρούβλια για το σχίσιμο του φράκου του; Ορίστε! Τέτοια κουμάσια είναι οι συγγραφείς! ", πρόσθεσε ρίχνοντας μια περιφρονητική ματιά στον Ρασκόλνικωφ. "Προχθές πάλι έγινε άλλη μια τέτοια ιστορία μ' έναν από δαύτους σε κάποια ταβέρνα. Έφαγε κι ύστερα δεν ήθελε να πληρώσει, "θα γράψω εναντίον σου μια σάτιρα", είπε στον ταβερνιάρη. Ένας άλλος πάλι, πριν από οκτώ ημέρες, έβρισε χυδαιότατα πάνω σ' ένα καράβι, μια οικογένεια αξιοσέβαστη, τη γυναίκα και την κόρη ενός ανωτέρου δημοσίου υπαλλήλου. Έναν άλλον, τον πέταξαν με τις κλωτσιές από ένα ζαχαροπλαστείο. Να, τέτοιοι είναι όλοι αυτοί οι συγγραφείς, οι φιλόλογοι και φοιτητάδες... Πφ! Όσο για σένα, στρίβε από δω! Και, πρόσεχε... Σε παρακολουθώ... Τ ακούς;".

Η Λουίζα  Ιβάνοβνα  άρχισε να  χαιρετάει προς  όλες  τις  κατευθύνσεις,  με εξαιρετική ευγένεια, και χαιρετώντας έτσι πήγε ως την πόρτα με μικρά-μικρά βηματάκια προς τα πίσω. Αλλά μόλις έφτασε εκεί, τράκαρε με τα πισινά της έναν όμορφο αξιωματικό, με πρόσωπο πρόσχαρο και δροσερό, στολισμένο με δυο ξανθές φαβορίτες, πολύ πυκνές. Ήτανε ο ίδιος ο διοικητής του τμήματος, ο Νικοντίμ Φόμιτς. Η Λουίζα Ιβάνοβνα του 'κάνε γρήγορα-γρήγορα μια υπόκλιση ως το πάτωμα και βγήκε απ' το γραφείο με βηματάκια πηδηχτά.

"Έχουμε πάλι κεραυνούς, πάλι μπουμπουνητά και αστραπές, ανεμοστρόβιλους και τυφώνες;", είπε φιλικά κι εγκάρδια ο Νικοντίμ Φόμιτς στον βοηθό του Ηλία Πετρόβιτς. Σ' έκαναν μπαρούτι πάλι βλέπω - σ' άκουγα από τη σκάλα". "Είναι να μη γίνεις μπαρούτι;", απάντησε ο Ηλίας Πετρόβιτς με μια αρχοντική ανεμελιά,   καθώς   μεταφερότανε   με   τα   χαρτιά   του   στο   άλλο   γραφείο, ταλαντεύοντας με χάρη τους ώμους του. "Ορίστε, κοιτάξτε τούτον δω τον κύριο συγγραφέα, φοιτητή ήθελα να πω, ή μάλλον πρώην φοιτητή, δεν πληρώνει τα χρέη του, υπογράφει γραμμάτια, αρνείται ν' αδειάσει το ξένο δωμάτιο, κάθε μέρα μας κάνουν του κόσμου τα παράπονα εναντίον του, κι απ' την άλλη μεριά μας κάνει τον καμπόσο και θίγεται γιατί καπνίζουμε μπροστά του! Ορίστε, κοιτάξτε τον! "εν όλη του τη μεγαλοπρέπεια"! ".

'Ή φτώχεια δεν είναι ελάττωμα, αγαπητέ μου, αλλά σε ξέρω τώρα πια καλά. Μπαρούτι μου, με το παραμικρό αρπάζεσαι, θα θυμώσατε όπως φαίνεται και σεις και δε μπορέσατε να συγκρατηθείτε;", συνέχισε εγκάρδια, γυρίζοντας κατά τον Ρασκόλνικωφ. "Έχετε  άδικο. Ο  Ηλίας  Πετρόβιτς  είναι πάρα  πολύ  καλός άνθρωπος, σας βεβαιώ, αλλά σωστό μπαρούτι. Παίρνει φωτιά με το πρώτο, αρπάζεται και πάει πια.

Δε μένει τίποτα απ' αυτόν - εκτός από μια χρυσή καρδιά! Στο σύνταγμα, τον λέγαμε υπολοχαγό-μπαρούτι".

"Και τί σύνταγμα ήτανε εκείνο, ε;", φώναξε ο Ηλίας Πετρόβιτς, ευχαριστημένος που ικανοποιήθηκε το γόητρο του, αλλά μουτρωμένος ακόμα.

Ο Ρασκόλνικωφ ένιωσε ξαφνικά την επιθυμία να πεί κάτι που να τους είναι εξαιρετικά ευχάριστο.

"Σας παρακαλώ, κύριε αστυνόμε", άρχισε να λέει με μεγάλη άνεση, γυρίζοντας κατά το Νικοντίμ Φόμιτς, "ελάτε λίγο στη θέση μου. Είμαι έτοιμος να ζητήσω συγγνώμη, αν τον προσέβαλα κατά οποιονδήποτε τρόπο. Είμαι ένας φοιτητής φτωχός και άρρωστος, εξουθενωμένος από τη μιζέρια (είπε ακριβώς αυτή τη λέξη: "εξουθενωμένος"). Διέκοψα τις σπουδές μου, γιατί δεν έχω σήμερα τα μέσα να συντηρηθώ, αλλά περιμένω να πάρω κάτι χρήματα. Έχω τη μητέρα μου και την αδελφή μου, που μένουν στην επαρχία... θα μου στείλουν μερικά λεφτά και... θα πληρώσω.

Η σπιτονοικοκυρά μου είναι μια πολύ καλή γυναίκα, αλλά θύμωσε τόσο πολύ που έχασα τα μαθήματα μου κι έχω να την πληρώσω έξη μήνες, ώστε έπαψε πια να μου στέλνει φαγητό... Δεν έχω ιδέαν περί τίνος πρόκειται. Τώρα, ζητάει να της πληρώσω αυτό το γραμμάτιο, αλλά τί μπορώ να της πληρώσω; Κρίνετε και μόνος σας! ".

"Αυτό δεν είναι δικιά μας δουλειά", παρατήρησε πάλι ο γραμματέας.

"Με συγχωρείτε, με συγχωρείτε, είμαι απολύτως σύμφωνος μαζί σας", απάντησε ο Ρασκόλνικωφ, απευθυνόμενος όχι στο γραμματέα, αλλά στον Νικοντίμ Φόμιτς, προσπαθώντας ταυτόχρονα ν' απευθύνεται και στον Ηλία Πετρόβιτς, παρ' όλο που αυτός έκανε πως ψαχουλεύει τα χαρτιά του και του 'δείχνε μια αδιαφορία περιφρονητική. "Επιτρέψατε μου να σας εξηγήσω απ' την πλευρά μου και γω. Μένω στο σπίτι της, εδώ και τρία χρόνια τώρα, από τότε που ήρθα απ' την επαρχία, και στην αρχή... στην αρχή... γιατί να μην τ' ομολογήσω, είχα δώσει μια υπόσχεση να παντρευτώ την κόρη της. Υπόσχεση προφορική βεβαίως... Ήτανε μια μικρούλα... που μ' άρεσε.,.αν και δεν ήμουνα ερωτευμένος μαζί της... με μια λέξη η νεότης... θέλω να πω, δηλαδή, η σπιτονοικοκυρά μου, μου 'κάνε τότε αβέρτα πίστωση και πέρναγα καλά... Ήμουνα όμως πάρα πολύ επιπόλαιος και...". "Δεν σας ζητάμε λεπτομέρειες τόσο πολύ ιδιωτικής φύσεως, κύριε, ούτε έχουμε τον καιρό να τίς ακούσουμε", είπε απότομα και θριαμβευτικά ο Ηλίας Πετρόβιτς. Ο Ρασκόλνικωφ όμως τον σταμάτησε και συνέχισε τη διήγηση του με θέρμη, παρ' όλο που ξαφνικά άρχισε να μιλάει με πολλή δυσκολία.

"Επιτρέψατε μου, επιτρέψατε μου, λοιπόν, να σας τα διηγηθώ και εγώ όλα... πώς έχει η υπόθεση και... με τη σειρά, αν και είναι εντελώς ανώφελο να σας τα διηγηθώ, το παραδέχομαι. Πριν από ένα χρόνο αυτή η κοπέλα πέθανε από τύφο, κι εγώ έμεινα νοικάρης, όπως και πρώτα, κι όταν η σπιτονοικοκυρά μου ήρθε να μείνει στο διαμέρισμα που έχει σήμερα, μου είπε... μου είπε φιλικότατα... πως μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη... αλλά με παρακαλεί, λέει, να της υπογράψω αυτό το γραμμάτιο για εκατόν δεκαπέντε ρούβλια - γιατί τόσο έκρινε πως ήτανε το χρέος μου. Επιτρέψατε μου ακόμα κάτι: Μου δήλωσε κατηγορηματικώς ότι, μόλις θα της υπέγραφα αυτό το χαρτί, θα εξακολουθούσε να μου κάνει όση πίστωση ήθελα και πως ποτέ μα ποτέ - είναι τα ίδια της τα λόγια- δε θα χρησιμοποιούσε αυτό το γραμμάτιο, αλλά θα με περίμενε, ώσπου να την πληρώσω μόνος μου... Και τώρα, που δε δίνω πια μαθήματα, που δεν έχω ούτε να φάω, μου κάνει μήνυση!... Τί να πεί κανείς γι' αυτό το πράγμα;". "Όλες αυτές οι λεπτομέρειες είναι ιδιωτικής φύσεως, κύριε, και δεν μας ενδιαφέρουν", είπε περιφρονητικά ο Ηλίας Πετρόβιτς. "Πρέπει να υπογράψετε τη δήλωση και ν' αναλάβετε την υποχρέωση. Με το ότι είσαστε ερωτευμένος και μ' όλα τ' άλλα τραγικά περιστατικά, εμείς δεν έχουμε καμμιά δουλειά". "Ω! το παρακάνεις", μουρμούρισε ο Νικοντίμ Φόμιτς, ενώ καθότανε στο γραφείο του κι άρχιζε να γράφει. Ένιωθε κάτι σα ντροπή. "Γράψτε", είπε ο γραμματέας στον Ρασκόλνικωφ. "Τί να γράψω;", ρώτησε αυτός πολύ απότομα. "θα σας υπαγορεύσω". Ο Ρασκόλνικωφ σχημάτισε την εντύπωση ότι ο γραμματέας, απ' τη στιγμή που τους έκανε την εξομολόγηση, του φερότανε πιο ακατάδεχτα και πιο περιφρονητικά, αλλά - παράξενο!- κι ο ίδιος έπαψε ξαφνικά να ενδιαφέρεται για τη γνώμη που θα σχημάτιζαν για το άτομο του. Και η αλλαγή αυτή έγινε μέσα του αστραπιαία, σ' ένα λεπτό. Αν έκανε τον κόπο να σκεφτεί λιγάκι, σίγουρα θ' απορούσε που μπόρεσε να τους μιλήσει έτσι πριν από λίγο και μάλιστα να τους ανακατέψει στα αισθήματα του. Πώς του δημιουργήθηκε αυτή η διάθεση; Τώρα, αντίθετα, αν τούτο το γραφείο, αντί να έχει αστυνομικούς, γέμιζε ξαφνικά με τους πιο στενούς του φίλους, δε θα 'βρίσκε για να τους πει ούτε μια έξη ανθρώπινη - τόσο πολύ είχε αδειάσει ξαφνικά η καρδιά του. Πλημμυρίστηκε η ψυχή του απότομα από τη σκοτεινή αίσθηση της μοναξιάς - μιας μοναξιάς σκληρής κι απέραντης.

Όχι πως ντροπιάστηκε για τις αισθηματικές του διαχύσεις; μπροστά στον Ηλία Πετρόβιτς, ούτε πως τον ένοιαξε καθόλου που θριάμβευε ο υπαστυνόμος. Ω! Τι σημασία είχαν τώρα οι ντροπές, τα ψευτοφιλότιμα, οι υπαστυνόμοι, οι Γερμανίδες, τα γραμμάτια, τα γραφεία κι όλα τ' άλλα; Αν αυτή τη στιγμή τον καταδίκαζαν να τον κάψουν ζωντανό, δεν θα κλονιζότανε καθόλου, και είναι ζήτημα αν θα 'δίνε καμμιά προσοχή στην καταδίκη του. Κάτι ολότελα καινούργιο γινότανε μέσα του, κάτι που δεν το 'ξερέ ως τότε, ένα φαινόμενο απρόβλεπτο και άνευ προηγουμένου, κάτι που μάλλον δεν το καταλάβαινε. Αισθανότανε όμως ολοκάθαρα, με όλες του τις αισθήσεις, πως από δω και μπρος του ήτανε απαγορευμένο να μιλήσει ξανά σ' αυτούς εδώ τους ανθρώπους, σ' αυτούς τους αστυνομικούς υπαλλήλους, όχι για τις αισθηματικές του υποθέσεις, όπως έκανε πριν από λίγο, αλλά και για οτιδήποτε άλλο, ακόμα και αν δεν ήταν αξιωματικοί της αστυνομίας, αλλά στενοί συγγενείς του, αδέλφια του. Και τότε ακόμα δε θα 'βρίσκε κανένα λόγο να τους μιλήσει, σε καμμιά περίσταση της ζωής του. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξανανιώσει ένα τόσο παράξενο και φοβερό αίσθημα. Και το πιο οδυνηρό ήτανε πως αυτό το πράγμα ήτανε πιο πολύ αίσθηση, παρά μια αντίληψη ή κάποια ιδέα: Μια αίσθηση άμεση, η πιο σκληρή απ' όσες είχε νιώσει στη ζωή του ως τότε.

Ο γραμματέας άρχισε να του υπαγορεύει τον τύπο της δηλώσεως, που χρησιμοποιούν σ' αυτές τις περιπτώσεις: "Μη δυνάμενος να εξοφλήσω το παρόν γραμμάτιον, αναλαμβάνω την υποχρέωσιν, όπως προβώ εις την εξόφλησιν αυτού την τάδε ημερομηνίαν, όπως μη εγκαταλείψω την πόλιν ταύτην, μη μεταβιβάσω ουδέ εκχωρήσω περιουσιακά μου στοιχεία κ.λπ. ".

"Μα, εσείς δε μπορείτε να γράψετε και πέφτει η πέννα απ' τα χέρια σας", είπε ο γραμματέας, κοιτάζοντας τον Ρασκόλνικωφ με περιέργεια. "Είσαστε άρρωστος;". "Μάλιστα, γυρίζει το κεφάλι μου... Συνεχίστε!". "Αυτό ήτανε όλο, υπογράψτε".

Ο γραμματέας πήρε το χαρτί και ασχολήθηκε με άλλους ανθρώπους. Ο Ρασκόλνικωφ του 'δώσε την πέννα, αλλά αντί να σηκωθεί και να φύγει, ακούμπησε τους αγκώνες του στο γραφείο και έσφιξε το κεφάλι του ανάμεσα στα δυο του χέρια. Του φαινότανε σα να του 'μπηξαν κάποιο καρφί στην κορφή του κρανίου.

Του ήρθε τότε ξαφνικά μια παράξενη ιδέα: Να σηκωθεί αμέσως, να πάει στον Νικοντίμ Φόμιτς και να του εξιστορήσει, με κάθε λεπτομέρεια, το τί έγινε χθες το βράδυ. Ύστερα, να πάει μαζί του στο δωμάτιο του, και να του δείξει τα πράγματα που είχε κρύψει στην τρύπα του τοίχου, στη γωνιά της ταπετσαρίας. Ήτανε τόσο δυνατός αυτός ο πειρασμός, που σηκώθηκε κιόλας απ' τη θέση του για να βάλει μπροστά το σχέδιο του. "Δε θα 'τανε καλύτερα να το σκεφτώ πρώτα ένα λεφτό;", είπε μέσα του. "Όχι, καλύτερα να το κάνω δίχως να σκεφτώ καθόλου! Να το πετάξω πια από πάνω μου αυτό το βάρος! ".


×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.