image

Εγκλημα και τιμωρία (Μερος 2ο), ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (2)

Ήτανε όμως τέτοια η απελπισία του και, μπορεί να πεί κανείς, ο κυνισμός του, ώστε έκανε μια κίνηση αδιαφορίας και συνέχισε το δρόμο του.

"Να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα! ".

Στο δρόμο έκανε ζέστη ανυπόφορη - δεν έβρεξε καθόλου αυτές τις τρεις ημέρες. Να η σκόνη πάλι, τα τούβλα, οι ασβέστες να τη πάλι εκείνη η μπόχα απ' τα μαγαζιά και τις ταβέρνες, οι μεθυσμένοι που τους συναντάς στο κάθε βήμα σου, οι Φινλανδοί πλανώδιοι πωλητές, τα ξεχαρβαλωμένα αμάξια. Έλαμπε ο ήλιος και τον στράβωνε τόσο πολύ που δε μπορούσε να κοιτάξει, ενώ το μυαλό του στριφογύριζε - πράγμα πολύ συνηθισμένο που συμβαίνει στον καθένα όταν έχει πυρετό και βγαίνει έξω απότομα μια μέρα ηλιόλουστη. Φτάνοντας στην στροφή του δρόμου, που ακολούθησε χθες, έριξε μια ματιά, γεμάτη πόνο και αγωνία, κατά το σπίτι...  και την ίδια στιγμή, γύρισε αλλού τα μάτια του. "Αν με ρωτήσουν,   μπορεί   και   να   ομολογήσω",   σκέφτηκε   καθώς   πλησίαζε   στο αστυνομικό τμήμα. Το τμήμα βρισκότανε κάπου διακόσια πενήντα μέτρα μακριά από το δωμάτιο του, πριν από λίγο όμως είχε μεταφερθεί σε άλλο μέρος, στον τρίτο όροφο ενός κατακαίνουργιου κτιρίου. Ο Ρασκόλνικωφ έτυχε να ξαναπάει μια φορά παλιότερα, αλλά είχε περάσει πολύς καιρός από τότε. Μπαίνοντας στην εξώπορτα, είδε στα δεξιά μια σκάλα απ' όπου κατέβαινε ένας μουζίκος, μ' ένα βιβλίο στο χέρι: "Αυτός θα πρέπει να είναι ο θυρωρός. Συνεπώς, εδώ είναι το γραφείο". Κι ανέβηκε απάνω, στην τύχη. Δεν ήθελε να ζητήσει από κανέναν πληροφορίες.

"0α μπω μέσα, θα πέσω στα γόνατα και θα του τα πω όλα!... ", σκεφτότανε ανεβαίνοντας το τρίτο πάτωμα.

Η σκάλα ήτανε στενή, απότομη και γεμάτη βρωμόνερα. Οι κουζίνες απ' όλα τα διαμερίσματα και των τριών πατωμάτων, έβλεπαν κατά τη σκάλα και έμεναν όλη σχεδόν την ημέρα ανοικτές. Έβγαζαν μια μυρουδιά αποπνικτική. Από πάνω ως κάτω ανεβοκατέβαιναν πορτιέρηδες, με βιβλία κάτω απ' τη μασχάλη τους, πολλοί αστυνομικοί και ένα σωρό  άτομα, άντρες και γυναίκες, που έρχονταν για υποθέσεις τους.

Ακόμα και η πόρτα του γραφείου ήτανε ορθάνοιχτη. Απέξω στέκονταν ένα σωρό μουζίκοι, περιμένοντας τη σειρά τους. Κι εδώ μέσα η ζέστη ήτανε αποπνικτική κι επί πλέον σου ερχότανε στη μύτη μια δυνατή μυρουδιά από φρεσκοπερασμένες λαδομπογιές, που σου 'φέρνε ναυτία. Αφού περίμενε λίγο, έκρινε καλό να περάσει στο επόμενο γραφείο. Όλα τα δωμάτια εκεί μέσα ήτανε μικρά και χαμηλοτάβανα. Μια τρομερή ανυπομονησία τον έσπρωχνε να προχωρεί όλο και περισσότερο. Κανένας  δεν  τον  πρόσεχε. Στο  δεύτερο  γραφείο  ήτανε  κάτι γραφιάδες, μόλις λίγο πιο καλοντυμένοι απ' αυτόν, που είχαν κάτι το παράξενο στην όψη τους. Απευθύνθηκε σ' έναν απ' αυτούς.

"Τί θέλεις;" του λέει.

Ο Ρασκόλνικωφ του έδειξε την κλήση που είχε πάρει.

"Είσαστε φοιτητής;", τον ρώτησε, αφού έριξε μια ματιά στο χαρτί.

"Ναι, πρώην φοιτητής...".

Ο γραφιάς τον κοίταξε χωρίς να δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον. Ήτανε ένας άνθρωπος ολότελα αποχαυνωμένος και το βλέμμα του έδειχνε πως είχε κάποια έμμονη ιδέα στο μυαλό του. "Απ' αυτόν εδώ δεν πρόκειται να μάθω τίποτα, γιατί για τίποτα δε δίνει φράγκο", σκέφτηκε ο Ρασκόλνικωφ.

"Ν' απευθυνθείτε στο γραμματέα", του είπε ο γραφιάς, δείχνοντας του με το δάχτυλο μπροστά, το τελευταίο γραφείο.

Μπήκε και σ' αυτό το γραφείο (το τέταρτο) που ήτανε στενό και γεμάτο κόσμο. Το κοινό εδώ ήτανε πιο καλοντυμένο απ' αυτό που υπήρχε στο προηγούμενο γραφείο. Ανάμεσα στο πλήθος ήτανε και μερικές γυναίκες. Μια απ' αυτές, με πένθος, φτωχοντυμένη, καθότανε μπροστά σ' ένα γραφείο, αντίκρυ στο γραφιά, και έγραφε κάτι που της υπαγόρευε εκείνος. Μια άλλη, πολύ χοντρή, με κατακόκκινο πρόσωπο, φακιδιάρα, φορούσε ένα φόρεμα πολυτελείας, πολύ φανταχτερό, και το στήθος της είχε μια καρφίτσα μεγάλη σαν πιατελάκι. Καθότανε παράμερα και φαινότανε να περιμένει.

Ο Ρασκόλνικωφ έδωσε το χαρτί του στο γραμματέα. Αυτός του 'ρίξε μια γρήγορη ματιά και είπε: "Περιμένετε", κι εξακολούθησε ν' απασχολείται με τη γυναίκα που είχε το πένθος.

Ανάσαινε τώρα πιο ελεύθερα. "Σίγουρα, δεν είναι γι' αυτό". Σιγά-σιγά, έπαιρνε θάρρος κι έσπρωχνε τον εαυτό του να ξαναβρεί το ηθικό του και να συγκεντρώσει το μυαλό του.

"Μια οποιαδήποτε ανοησία, η παραμικρή απροσεξία και μπορώ να προδοθώ!

Χμ!... Τι κρίμα να μη φυσάει καθόλου εδώ μέσα", πρόσθεσε. "Πνίγεται κανείς... Το κεφάλι μου γυρίζει όλο και περισσότερο. Και το μυαλό του επίσης...". Ήτανε τρομερά αναστατωμένος. Φοβότανε πως δε θα μπορούσε να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του. Αγωνιζότανε να προσκολληθεί σε κάποια σκέψη, που να του είναι ολότελα αδιάφορη, αλλά δεν το κατόρθωνε. Άλλωστε, τούτος εδώ ο γραμματέας τον ενδιέφερε πάρα πολύ. Προσπαθούσε να μαντέψει κάτι απ' τη φυσιογνωμία του, να καταλάβει κάτι από τώρα κιόλας.

Ήτανε νεώτατος, εικοσιδύο χρονών, αλλά το σκληρό κι ευκίνητο πρόσωπο του, τον έκανε να φαίνεται μεγαλύτερος. Ήτανε ντυμένος με τη μόδα, με κάποια εκζήτηση μάλιστα, και χώριζε τα παρφουμαρισμένα του μαλλιά με χωρίστρα, που κατέβαινε ως το σβέρκο του σχεδόν. Στα δάχτυλα του, που ήτανε πολύ περιποιημένα, έλαμπαν πολλά δαχτυλίδια και στο γιλέκο του κρέμονταν αλυσίδες χρυσές. Είπε μάλιστα μ' έναν ξένο, που βρισκότανε εκεί, κάνα-δυο γαλλικά και τα κατάφερε αρκετά καλά.

"Λουίζα Ιβάνοβνα, δεν κάθεσθε;", είπε στη χοντρή με το κοκκινωπό πρόσωπο και το φανταχτερό φόρεμα, που στεκότανε ακόμα όρθια, σα να μην τολμούσε να καθίσει, παρ' όλο που η καρέκλα βρισκότανε δίπλα της.

"Ιοΐι άαηκε", απάντησε εκείνη και κάθισε ήσυχα-ήσυχα, ενώ το μεταξωτό φουστάνι της θρόιζε. Ήτανε θαλασσί, ανοιχτό, γαρνιρισμένο με άσπρη δαντέλλα κι απλώθηκε σα μπαλόνι γύρω από το κάθισμα, πιάνοντας το μισό σχεδόν δωμάτιο. Έβγαζε ένα κύμα από αρώματα, αλλά η κυρία φαινότανε σα να ενοχλείται που έπιανε τόσο χώρο κι απέπνεε τόσα αρώματα, παρ' όλο που χαμογέλασε με μια έκφραση άτολμη και ταυτόχρονα αδιάντροπη, που έδειχνε και κάποια ανησυχία.

Τέλος, η γυναίκα με το πένθος τέλειωσε την κατάθεση της και σηκώθηκε. Ξαφνικά,  μπήκε  μέσα ορμητικά ένας αξιωματικός  με ύφος λεβέντικο, που περπατούσε ανασηκώνοντας τους ώμους με το κάθε βήμα. Πέταξε στο τραπέζι το πηλήκιο  του,  που ήτανε  στολισμένο  με  μια κονκάρδα και κάθισε  σε  μια πολυθρόνα. Μόλις τον είδε η κυρία, πετάχτηκε απάνω και του 'κάνε μια βαθειά υπόκλιση, με εντελώς ξεχωριστή επισημότητα, ο αξιωματικός όμως δεν της έδωσε την παραμικρή προσοχή. Και κείνη δεν τόλμησε πια να ξανακαθίσει μπροστά του.

Ήτανε ο βοηθός του αστυνόμου. Είχε κάτι μακριά κοκκινωπά μουστάκια, που πετάγονταν   οριζόντια   κι   απ'   τις   δυο    μεριές   του   προσώπου   του. Τα χαρακτηριστικά του ήτανε εξαιρετικά λεπτά, χωρίς όμως καμμιά άλλη έκφραση εκτός από κάποια αλαζονεία. Κοίταξε τον Ρασκόλνικωφ λοξά και μάλιστα κάπως αγριεμένα: Ήτανε πραγματικά πολύ κακοντυμένος, αλλά παρά την εμφάνιση του, είχε ένα τουπέ που ερχότανε σε αντίθεση με τα κουρέλια του. Πραγματικά, ο Ρασκόλνικωφ έκανε την ανοησία να κοιτάξει τον αξιωματικό κάμποση ώρα κατάματα, και τόσο πολύ, που να το πάρει αυτός για προσβολή.

"Τί γυρεύεις εσύ;", φώναξε ολοφάνερα κατάπληκτος που ένας κουρελιάρης σαν κι αυτόν, ούτε καν χαμήλωσε τα μάτια του μπροστά στο κεραυνοβόλο του βλέμμα.

"Με κάλεσαν... με κλήση...", απάντησε κουτσά-στραβά ο Ρασκόλνικωφ.

"Είναι ο φοιτητής", είπε βιαστικά ο γραμματέας, ανασηκώνοντας το κεφάλι του απ' τα χαρτιά. Τον καλέσαμε για τα λεφτά. Ορίστε! ", έκανε σπρώχνοντας προς τον Ρασκόλνικωφ ένα τετράδιο και δείχνοντας του σ' ένα σημείο. "Διαβάστε! ".

"Τα λεφτά; Ποια λεφτά;", σκέφθηκε ο Ρασκόλνικωφ. "Συνεπώς, δεν πρόκειται γι' αυτό". Κι αναρρίγησε  απ'  τη  χαρά του. Ένιωθε  ανέκφραστη  κι απέραντη ανακούφιση.

Το βάρος που τον συνέτριβε, δεν το αισθανόταν πια.

"Και ποια ώρα σου είπανε να 'ρθεις, εξοχώτατε;", φώναξε ο αξιωματικός, που αρπαζότανε όλο και περισσότερο δίχως κανένα λόγο. "Σου γράφουμε να 'ρθεις στις εννέα και τώρα είναι περασμένες δέκα".

"Μόλις πριν από ένα τέταρτο της ώρας μου 'φεραν την κλήση", απάντησε ο Ρασκόλνικωφ, υψώνοντας τη φωνή του και παίρνοντας ύφος ακατάδεχτο. Είχε κι αυτός θυμώσει, έτσι έξαφνα, χωρίς κι ο ίδιος να το περιμένει και μάλιστα έβρισκε μια ευχαρίστηση σ' αυτή την οργή...

"Δε φτάνει δηλαδή που ήρθα, άρρωστος, με πυρετό! ".

"Μη φωνάζεις!"

"Δε φωνάζω. Μιλάω πολύ καθώς πρέπει. Σεις μου φωνάζετε κατάμουτρα. Είμαι φοιτητής και δεν επιτρέπω να μου βάζουν τις φωνές κατάμουτρα".

Ο αξιωματικός θύμωσε τόσο πολύ, ώστε για ένα λεπτό δε μπόρεσε να αρθρώσει λέξη και μονάχα κάτι φουσκαλίτσες σάλιο ξέφυγαν από τα χείλη του. Πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο.

"Σκασμός! Βρίσκεσαι σε ανακριτικό γραφείο. Να λείπουν οι προστυχιές". "Και σεις βρισκόσαστε σε ανακριτικό γραφείο", φώναξε ο Ρασκόλνικωφ. "Κι εκτός του ότι φωνάζετε, καπνίζετε κιόλας, συνεπώς, φερνόσαστε χειρότερα από κάθε άλλον".

Καθώς έλεγε αυτά τα λόγια, ο Ρασκόλνικωφ, αισθανότανε μια χαρά ανέκφραστη. Ο γραμματέας τους κοίταζε χαμογελώντας. Ο ευέξαπτος αξιωματικός τα είχε ολοφάνερα χαμένα.

"Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά", απάντησε τέλος, υψώνοντας τη φωνή του μ' έναν τρόπο που δε φαινότανε φυσικός. "Να κάνεις τη δήλωση που σου ζητάνε. Δείχ' τη του, Αλέξανδρε Γρηγορίεβιτς. Σου 'χουν κάμει μήνυση, δεν πληρώνεις τα λεφτά που χρωστάς. Και μας κάνεις και τον καμπόσο".

Ο Ρασκόλνικωφ όμως δεν τον άκουγε πια. Άρπαξε εκείνο το χαρτί ανυπόμονα, ψάχνοντας να βρεί τί σήμαινε αυτό το αίνιγμα. Το διάβασε και το ξαναδιάβασε αλλά δεν κατάλαβε τίποτα.

"Τί λεφτά είναι αυτά;", ρώτησε τον γραμματέα.

"Είναι κάτι λεφτά που σας ζητάνε να πληρώσετε για ένα γραμμάτιο. Ή θα τα καταβάλετε με όλα τα έξοδα, πρόστιμα κλπ. ή θα δηλώσετε εγγράφως πότε ακριβώς θα  μπορέσετε να τα πληρώσετε. Ταυτοχρόνως,  αναλαμβάνετε την υποχρέωση να μη φύγετε από την πρωτεύουσα, να μην πωλήσετε και να μην κρύψετε τα περιουσιακά σας στοιχεία, αν δεν εξοφλήσετε πρώτα το χρέος σας. Όσο για τον πιστωτή, έχει το δικαίωμα να πουλήσει την περιουσία σας και να ενεργήσει εναντίον σας τα προβλεπόμενα υπό του νόμου...".

"Μα... δε... δε χρωστάω σε κανέναν".

"Αυτό δεν είναι δική μας δουλειά' Εδώ μας ήρθε διαμαρτυρημένο ένα γραμμάτιο για εκατόν δεκαπέντε ρούβλια που υπογράψατε της κυρίας Ζαρνίτσυν, χήρας δικαστικού παρέδρου. Από τη χήρα Ζαρνίτσυν, το γραμμάτιο μεταβιβάστηκε στον αυλικό σύμβουλο Τσεμπάρωφ, που μας το έστειλε για να πάρουμε τη σχετική δήλωση σας",

"Μα, είναι σπιτονοικοκυρά μου, η κυρία .."

"Και τί σημασία έχει αν είναι σπιτονοικοκυρά σας;"

Ο γραμματέας τον κοίταζε μ' ένα χαμόγελο οίκτου, επιείκειας και θριάμβου ταυτόχρονα, σα να είχε να κάμει με πρωτάρη που του δίνει το πρώτο μάθημα:

"Λοιπόν, πώς τα βλέπεις τώρα, νεαρέ μου;". Αλλά, τί σημασία είχε για τον Ρασκόλνικωφ το γραμμάτιο και η δήλωση; Άξιζε τον κόπο ν' απασχοληθεί μ' αυτό το ζήτημα ή και να του δώσει την παραμικρή προσοχή; Στεκόταν εκεί πέρα όρθιος, διάβαζε, άκουγε, απαντούσε, ρωτούσε κιόλας, εντελώς μηχανικά. Η βαθιά ικανοποίηση του θριάμβου, το αίσθημα ότι τη γλύτωσε για τα καλά - να τί πλημμύριζε τούτη τη στιγμή ολόκληρη την ύπαρξη του. Δεν χρειάζονταν πια προβλέψεις, ούτε μέτρα προφυλαχτικά για το  μέλλον, ούτε αμφιβολίες και ερωτηματικά- έστω και στοιχειώδη. Ήτανε μια στιγμή ολοκληρωτικής χαράς, άμεσης, ολοκάθαρα ζωώδους.

Αλλά, την ίδια στιγμή, ξέσπασε μέσα στο γραφείο κάτι, σαν αστραπόβροντο. Ο αξιωματικός ήτανε ακόμη αναστατωμένος από την προσβολή που του έγινε. Έβραζε το αίμα του και ζητούσε ολοφάνερα ευκαιρία για να επανακτήσει το γόητρο του που κλονίστηκε. Έπεσε λοιπόν σαν κεραυνός πάνω στη δόλια "κυρία με την τουαλέτα" που, απ' τη στιγμή που μπήκε εκείνος μέσα στο γραφείο, δεν είχε πάψει να τον κοιτάζει μ' ένα βλακωδέστατο χαμόγελο.

"Α! Εδώ είσαι πάλι εσύ... παλιό... παλιό...", μούγκρισε άξαφνα αναστατωμένος (η γυναίκα με το πένθος, είχε φύγει στο μεταξύ). "Τί έγινε πάλι στο σπίτι σου, χτες το βράδυ; Ε; Έχεις γίνει πια το αίσχος όλης της συνοικίας, οργιάζεις μες στους δρόμους. Καυγάδες πάλι και μεθοκοπήματα. θ' αργήσω, νομίζεις, να σε κλείσω μέσα; Στο είχα πεί, σε προειδοποίησα δέκα φορές, ότι δεν πρόκειται να τ' ανεχτώ. Αλλά εσύ, το χαβά σου! Παλιό... παλιό... τέτοια και τέτοια!". Ακόμα και το χαρτί που κρατούσε ο Ρασκόλνικωφ, παρά λίγο να του πέσει απ' τα χέρια. Κοίταξε κατάπληκτος την καλοντυμένη γυναίκα, που της τα έψελναν δίχως τσιριμόνιες. Κατάλαβε γρήγορα περί τίνος πρόκειται και η ιστορία αυτή άρχισε να του φαίνεται διασκεδαστική. Άκουγε μ' ευχαρίστηση και μάλιστα του 'ρχόταν να βάλει τα γέλια, να γελάσει, να γελάσει πολύ δυνατά... Όλα του τα νεύρα τα δονούσε αυτή η επιθυμία να μπήξει τα γέλια...

"Ηλία Πετρόβιτς", είπε ο γραμματέας βιαστικά, επεμβαίνοντας. Αλλά, σταμάτησε αμέσως, κρίνοντας πως ήτανε προτιμότερο να περιμένει μια στιγμή, γιατί ήξερε από πείρα, πως δεν υπήρχε τρόπος πια να κρατηθεί ο αξιωματικός όταν τύχαινε να ξεσπάσει.

Όσο για τη λουσάτη κυρία, είχε αρχίσει να τρέμει όταν ξέσπασαν οι αστραπές και οι βροντές του αξιωματικού. Παράξενο όμως! Όσο οι βρισιές που της έλεγε γίνονταν χειρότερες, τόσο πιο καλοσυνάτη έκφραση έπαιρνε το πρόσωπο της και τόσο πιο γοητευτικό ήτανε το χαμόγελο της προς τον αξιωματικό.



Want to learn a language?


Learn from this text and thousands like it on LingQ.

  • A vast library of audio lessons, all with matching text
  • Revolutionary learning tools
  • A global, interactive learning community.

Language learning online @ LingQ

Ήτανε όμως τέτοια η απελπισία του και, μπορεί να πεί κανείς, ο κυνισμός του, ώστε έκανε μια κίνηση αδιαφορίας και συνέχισε το δρόμο του.

"Να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα! ".

Στο δρόμο έκανε ζέστη ανυπόφορη - δεν έβρεξε καθόλου αυτές τις τρεις ημέρες. Να η σκόνη πάλι, τα τούβλα, οι ασβέστες να τη πάλι εκείνη η μπόχα απ' τα μαγαζιά και τις ταβέρνες, οι μεθυσμένοι που τους συναντάς στο κάθε βήμα σου, οι Φινλανδοί πλανώδιοι πωλητές, τα ξεχαρβαλωμένα αμάξια. Έλαμπε ο ήλιος και τον στράβωνε τόσο πολύ που δε μπορούσε να κοιτάξει, ενώ το μυαλό του στριφογύριζε - πράγμα πολύ συνηθισμένο που συμβαίνει στον καθένα όταν έχει πυρετό και βγαίνει έξω απότομα μια μέρα ηλιόλουστη. Φτάνοντας στην στροφή του δρόμου, που ακολούθησε χθες, έριξε μια ματιά, γεμάτη πόνο και αγωνία, κατά το σπίτι...  και την ίδια στιγμή, γύρισε αλλού τα μάτια του. "Αν με ρωτήσουν,   μπορεί   και   να   ομολογήσω",   σκέφτηκε   καθώς   πλησίαζε   στο αστυνομικό τμήμα. Το τμήμα βρισκότανε κάπου διακόσια πενήντα μέτρα μακριά από το δωμάτιο του, πριν από λίγο όμως είχε μεταφερθεί σε άλλο μέρος, στον τρίτο όροφο ενός κατακαίνουργιου κτιρίου. Ο Ρασκόλνικωφ έτυχε να ξαναπάει μια φορά παλιότερα, αλλά είχε περάσει πολύς καιρός από τότε. Μπαίνοντας στην εξώπορτα, είδε στα δεξιά μια σκάλα απ' όπου κατέβαινε ένας μουζίκος, μ' ένα βιβλίο στο χέρι: "Αυτός θα πρέπει να είναι ο θυρωρός. Συνεπώς, εδώ είναι το γραφείο". Κι ανέβηκε απάνω, στην τύχη. Δεν ήθελε να ζητήσει από κανέναν πληροφορίες.

"0α μπω μέσα, θα πέσω στα γόνατα και θα του τα πω όλα!... ", σκεφτότανε ανεβαίνοντας το τρίτο πάτωμα.

Η σκάλα ήτανε στενή, απότομη και γεμάτη βρωμόνερα. Οι κουζίνες απ' όλα τα διαμερίσματα και των τριών πατωμάτων, έβλεπαν κατά τη σκάλα και έμεναν όλη σχεδόν την ημέρα ανοικτές. Έβγαζαν μια μυρουδιά αποπνικτική. Από πάνω ως κάτω ανεβοκατέβαιναν πορτιέρηδες, με βιβλία κάτω απ' τη μασχάλη τους, πολλοί αστυνομικοί και ένα σωρό  άτομα, άντρες και γυναίκες, που έρχονταν για υποθέσεις τους.

Ακόμα και η πόρτα του γραφείου ήτανε ορθάνοιχτη. Απέξω στέκονταν ένα σωρό μουζίκοι, περιμένοντας τη σειρά τους. Κι εδώ μέσα η ζέστη ήτανε αποπνικτική κι επί πλέον σου ερχότανε στη μύτη μια δυνατή μυρουδιά από φρεσκοπερασμένες λαδομπογιές, που σου 'φέρνε ναυτία. Αφού περίμενε λίγο, έκρινε καλό να περάσει στο επόμενο γραφείο. Όλα τα δωμάτια εκεί μέσα ήτανε μικρά και χαμηλοτάβανα. Μια τρομερή ανυπομονησία τον έσπρωχνε να προχωρεί όλο και περισσότερο. Κανένας  δεν  τον  πρόσεχε. Στο  δεύτερο  γραφείο  ήτανε  κάτι γραφιάδες, μόλις λίγο πιο καλοντυμένοι απ' αυτόν, που είχαν κάτι το παράξενο στην όψη τους. Απευθύνθηκε σ' έναν απ' αυτούς.

"Τί θέλεις;" του λέει.

Ο Ρασκόλνικωφ του έδειξε την κλήση που είχε πάρει.

"Είσαστε φοιτητής;", τον ρώτησε, αφού έριξε μια ματιά στο χαρτί.

"Ναι, πρώην φοιτητής...".

Ο γραφιάς τον κοίταξε χωρίς να δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον. Ήτανε ένας άνθρωπος ολότελα αποχαυνωμένος και το βλέμμα του έδειχνε πως είχε κάποια έμμονη ιδέα στο μυαλό του. "Απ' αυτόν εδώ δεν πρόκειται να μάθω τίποτα, γιατί για τίποτα δε δίνει φράγκο", σκέφτηκε ο Ρασκόλνικωφ.

"Ν' απευθυνθείτε στο γραμματέα", του είπε ο γραφιάς, δείχνοντας του με το δάχτυλο μπροστά, το τελευταίο γραφείο.

Μπήκε και σ' αυτό το γραφείο (το τέταρτο) που ήτανε στενό και γεμάτο κόσμο. Το κοινό εδώ ήτανε πιο καλοντυμένο απ' αυτό που υπήρχε στο προηγούμενο γραφείο. Ανάμεσα στο πλήθος ήτανε και μερικές γυναίκες. Μια απ' αυτές, με πένθος, φτωχοντυμένη, καθότανε μπροστά σ' ένα γραφείο, αντίκρυ στο γραφιά, και έγραφε κάτι που της υπαγόρευε εκείνος. Μια άλλη, πολύ χοντρή, με κατακόκκινο πρόσωπο, φακιδιάρα, φορούσε ένα φόρεμα πολυτελείας, πολύ φανταχτερό, και το στήθος της είχε μια καρφίτσα μεγάλη σαν πιατελάκι. Καθότανε παράμερα και φαινότανε να περιμένει.

Ο Ρασκόλνικωφ έδωσε το χαρτί του στο γραμματέα. Αυτός του 'ρίξε μια γρήγορη ματιά και είπε: "Περιμένετε", κι εξακολούθησε ν' απασχολείται με τη γυναίκα που είχε το πένθος.

Ανάσαινε τώρα πιο ελεύθερα. "Σίγουρα, δεν είναι γι' αυτό". Σιγά-σιγά, έπαιρνε θάρρος κι έσπρωχνε τον εαυτό του να ξαναβρεί το ηθικό του και να συγκεντρώσει το μυαλό του.

"Μια οποιαδήποτε ανοησία, η παραμικρή απροσεξία και μπορώ να προδοθώ!

Χμ!... Τι κρίμα να μη φυσάει καθόλου εδώ μέσα", πρόσθεσε. "Πνίγεται κανείς... Το κεφάλι μου γυρίζει όλο και περισσότερο. Και το μυαλό του επίσης...". Ήτανε τρομερά αναστατωμένος. Φοβότανε πως δε θα μπορούσε να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του. Αγωνιζότανε να προσκολληθεί σε κάποια σκέψη, που να του είναι ολότελα αδιάφορη, αλλά δεν το κατόρθωνε. Άλλωστε, τούτος εδώ ο γραμματέας τον ενδιέφερε πάρα πολύ. Προσπαθούσε να μαντέψει κάτι απ' τη φυσιογνωμία του, να καταλάβει κάτι από τώρα κιόλας.

Ήτανε νεώτατος, εικοσιδύο χρονών, αλλά το σκληρό κι ευκίνητο πρόσωπο του, τον έκανε να φαίνεται μεγαλύτερος. Ήτανε ντυμένος με τη μόδα, με κάποια εκζήτηση μάλιστα, και χώριζε τα παρφουμαρισμένα του μαλλιά με χωρίστρα, που κατέβαινε ως το σβέρκο του σχεδόν. Στα δάχτυλα του, που ήτανε πολύ περιποιημένα, έλαμπαν πολλά δαχτυλίδια και στο γιλέκο του κρέμονταν αλυσίδες χρυσές. Είπε μάλιστα μ' έναν ξένο, που βρισκότανε εκεί, κάνα-δυο γαλλικά και τα κατάφερε αρκετά καλά.

"Λουίζα Ιβάνοβνα, δεν κάθεσθε;", είπε στη χοντρή με το κοκκινωπό πρόσωπο και το φανταχτερό φόρεμα, που στεκότανε ακόμα όρθια, σα να μην τολμούσε να καθίσει, παρ' όλο που η καρέκλα βρισκότανε δίπλα της.

"Ιοΐι άαηκε", απάντησε εκείνη και κάθισε ήσυχα-ήσυχα, ενώ το μεταξωτό φουστάνι της θρόιζε. Ήτανε θαλασσί, ανοιχτό, γαρνιρισμένο με άσπρη δαντέλλα κι απλώθηκε σα μπαλόνι γύρω από το κάθισμα, πιάνοντας το μισό σχεδόν δωμάτιο. Έβγαζε ένα κύμα από αρώματα, αλλά η κυρία φαινότανε σα να ενοχλείται που έπιανε τόσο χώρο κι απέπνεε τόσα αρώματα, παρ' όλο που χαμογέλασε με μια έκφραση άτολμη και ταυτόχρονα αδιάντροπη, που έδειχνε και κάποια ανησυχία.

Τέλος, η γυναίκα με το πένθος τέλειωσε την κατάθεση της και σηκώθηκε. Ξαφνικά,  μπήκε  μέσα ορμητικά ένας αξιωματικός  με ύφος λεβέντικο, που περπατούσε ανασηκώνοντας τους ώμους με το κάθε βήμα. Πέταξε στο τραπέζι το πηλήκιο  του,  που ήτανε  στολισμένο  με  μια κονκάρδα και κάθισε  σε  μια πολυθρόνα. Μόλις τον είδε η κυρία, πετάχτηκε απάνω και του 'κάνε μια βαθειά υπόκλιση, με εντελώς ξεχωριστή επισημότητα, ο αξιωματικός όμως δεν της έδωσε την παραμικρή προσοχή. Και κείνη δεν τόλμησε πια να ξανακαθίσει μπροστά του.

Ήτανε ο βοηθός του αστυνόμου. Είχε κάτι μακριά κοκκινωπά μουστάκια, που πετάγονταν   οριζόντια   κι   απ'   τις   δυο    μεριές   του   προσώπου   του. Τα χαρακτηριστικά του ήτανε εξαιρετικά λεπτά, χωρίς όμως καμμιά άλλη έκφραση εκτός από κάποια αλαζονεία. Κοίταξε τον Ρασκόλνικωφ λοξά και μάλιστα κάπως αγριεμένα: Ήτανε πραγματικά πολύ κακοντυμένος, αλλά παρά την εμφάνιση του, είχε ένα τουπέ που ερχότανε σε αντίθεση με τα κουρέλια του. Πραγματικά, ο Ρασκόλνικωφ έκανε την ανοησία να κοιτάξει τον αξιωματικό κάμποση ώρα κατάματα, και τόσο πολύ, που να το πάρει αυτός για προσβολή.

"Τί γυρεύεις εσύ;", φώναξε ολοφάνερα κατάπληκτος που ένας κουρελιάρης σαν κι αυτόν, ούτε καν χαμήλωσε τα μάτια του μπροστά στο κεραυνοβόλο του βλέμμα.

"Με κάλεσαν... με κλήση...", απάντησε κουτσά-στραβά ο Ρασκόλνικωφ.

"Είναι ο φοιτητής", είπε βιαστικά ο γραμματέας, ανασηκώνοντας το κεφάλι του απ' τα χαρτιά. Τον καλέσαμε για τα λεφτά. Ορίστε! ", έκανε σπρώχνοντας προς τον Ρασκόλνικωφ ένα τετράδιο και δείχνοντας του σ' ένα σημείο. "Διαβάστε! ".

"Τα λεφτά; Ποια λεφτά;", σκέφθηκε ο Ρασκόλνικωφ. "Συνεπώς, δεν πρόκειται γι' αυτό". Κι αναρρίγησε  απ'  τη  χαρά του. Ένιωθε  ανέκφραστη  κι απέραντη ανακούφιση.

Το βάρος που τον συνέτριβε, δεν το αισθανόταν πια.

"Και ποια ώρα σου είπανε να 'ρθεις, εξοχώτατε;", φώναξε ο αξιωματικός, που αρπαζότανε όλο και περισσότερο δίχως κανένα λόγο. "Σου γράφουμε να 'ρθεις στις εννέα και τώρα είναι περασμένες δέκα".

"Μόλις πριν από ένα τέταρτο της ώρας μου 'φεραν την κλήση", απάντησε ο Ρασκόλνικωφ, υψώνοντας τη φωνή του και παίρνοντας ύφος ακατάδεχτο. Είχε κι αυτός θυμώσει, έτσι έξαφνα, χωρίς κι ο ίδιος να το περιμένει και μάλιστα έβρισκε μια ευχαρίστηση σ' αυτή την οργή...

"Δε φτάνει δηλαδή που ήρθα, άρρωστος, με πυρετό! ".

"Μη φωνάζεις!"

"Δε φωνάζω. Μιλάω πολύ καθώς πρέπει. Σεις μου φωνάζετε κατάμουτρα. Είμαι φοιτητής και δεν επιτρέπω να μου βάζουν τις φωνές κατάμουτρα".

Ο αξιωματικός θύμωσε τόσο πολύ, ώστε για ένα λεπτό δε μπόρεσε να αρθρώσει λέξη και μονάχα κάτι φουσκαλίτσες σάλιο ξέφυγαν από τα χείλη του. Πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο.

"Σκασμός! Βρίσκεσαι σε ανακριτικό γραφείο. Να λείπουν οι προστυχιές". "Και σεις βρισκόσαστε σε ανακριτικό γραφείο", φώναξε ο Ρασκόλνικωφ. "Κι εκτός του ότι φωνάζετε, καπνίζετε κιόλας, συνεπώς, φερνόσαστε χειρότερα από κάθε άλλον".

Καθώς έλεγε αυτά τα λόγια, ο Ρασκόλνικωφ, αισθανότανε μια χαρά ανέκφραστη. Ο γραμματέας τους κοίταζε χαμογελώντας. Ο ευέξαπτος αξιωματικός τα είχε ολοφάνερα χαμένα.

"Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά", απάντησε τέλος, υψώνοντας τη φωνή του μ' έναν τρόπο που δε φαινότανε φυσικός. "Να κάνεις τη δήλωση που σου ζητάνε. Δείχ' τη του, Αλέξανδρε Γρηγορίεβιτς. Σου 'χουν κάμει μήνυση, δεν πληρώνεις τα λεφτά που χρωστάς. Και μας κάνεις και τον καμπόσο".

Ο Ρασκόλνικωφ όμως δεν τον άκουγε πια. Άρπαξε εκείνο το χαρτί ανυπόμονα, ψάχνοντας να βρεί τί σήμαινε αυτό το αίνιγμα. Το διάβασε και το ξαναδιάβασε αλλά δεν κατάλαβε τίποτα.

"Τί λεφτά είναι αυτά;", ρώτησε τον γραμματέα.

"Είναι κάτι λεφτά που σας ζητάνε να πληρώσετε για ένα γραμμάτιο. Ή θα τα καταβάλετε με όλα τα έξοδα, πρόστιμα κλπ. ή θα δηλώσετε εγγράφως πότε ακριβώς θα  μπορέσετε να τα πληρώσετε. Ταυτοχρόνως,  αναλαμβάνετε την υποχρέωση να μη φύγετε από την πρωτεύουσα, να μην πωλήσετε και να μην κρύψετε τα περιουσιακά σας στοιχεία, αν δεν εξοφλήσετε πρώτα το χρέος σας. Όσο για τον πιστωτή, έχει το δικαίωμα να πουλήσει την περιουσία σας και να ενεργήσει εναντίον σας τα προβλεπόμενα υπό του νόμου...".

"Μα... δε... δε χρωστάω σε κανέναν".

"Αυτό δεν είναι δική μας δουλειά' Εδώ μας ήρθε διαμαρτυρημένο ένα γραμμάτιο για εκατόν δεκαπέντε ρούβλια που υπογράψατε της κυρίας Ζαρνίτσυν, χήρας δικαστικού παρέδρου. Από τη χήρα Ζαρνίτσυν, το γραμμάτιο μεταβιβάστηκε στον αυλικό σύμβουλο Τσεμπάρωφ, που μας το έστειλε για να πάρουμε τη σχετική δήλωση σας",

"Μα, είναι σπιτονοικοκυρά μου, η κυρία .."

"Και τί σημασία έχει αν είναι σπιτονοικοκυρά σας;"

Ο γραμματέας τον κοίταζε μ' ένα χαμόγελο οίκτου, επιείκειας και θριάμβου ταυτόχρονα, σα να είχε να κάμει με πρωτάρη που του δίνει το πρώτο μάθημα:

"Λοιπόν, πώς τα βλέπεις τώρα, νεαρέ μου;". Αλλά, τί σημασία είχε για τον Ρασκόλνικωφ το γραμμάτιο και η δήλωση; Άξιζε τον κόπο ν' απασχοληθεί μ' αυτό το ζήτημα ή και να του δώσει την παραμικρή προσοχή; Στεκόταν εκεί πέρα όρθιος, διάβαζε, άκουγε, απαντούσε, ρωτούσε κιόλας, εντελώς μηχανικά. Η βαθιά ικανοποίηση του θριάμβου, το αίσθημα ότι τη γλύτωσε για τα καλά - να τί πλημμύριζε τούτη τη στιγμή ολόκληρη την ύπαρξη του. Δεν χρειάζονταν πια προβλέψεις, ούτε μέτρα προφυλαχτικά για το  μέλλον, ούτε αμφιβολίες και ερωτηματικά- έστω και στοιχειώδη. Ήτανε μια στιγμή ολοκληρωτικής χαράς, άμεσης, ολοκάθαρα ζωώδους.

Αλλά, την ίδια στιγμή, ξέσπασε μέσα στο γραφείο κάτι, σαν αστραπόβροντο. Ο αξιωματικός ήτανε ακόμη αναστατωμένος από την προσβολή που του έγινε. Έβραζε το αίμα του και ζητούσε ολοφάνερα ευκαιρία για να επανακτήσει το γόητρο του που κλονίστηκε. Έπεσε λοιπόν σαν κεραυνός πάνω στη δόλια "κυρία με την τουαλέτα" που, απ' τη στιγμή που μπήκε εκείνος μέσα στο γραφείο, δεν είχε πάψει να τον κοιτάζει μ' ένα βλακωδέστατο χαμόγελο.

"Α! Εδώ είσαι πάλι εσύ... παλιό... παλιό...", μούγκρισε άξαφνα αναστατωμένος (η γυναίκα με το πένθος, είχε φύγει στο μεταξύ). "Τί έγινε πάλι στο σπίτι σου, χτες το βράδυ; Ε; Έχεις γίνει πια το αίσχος όλης της συνοικίας, οργιάζεις μες στους δρόμους. Καυγάδες πάλι και μεθοκοπήματα. θ' αργήσω, νομίζεις, να σε κλείσω μέσα; Στο είχα πεί, σε προειδοποίησα δέκα φορές, ότι δεν πρόκειται να τ' ανεχτώ. Αλλά εσύ, το χαβά σου! Παλιό... παλιό... τέτοια και τέτοια!". Ακόμα και το χαρτί που κρατούσε ο Ρασκόλνικωφ, παρά λίγο να του πέσει απ' τα χέρια. Κοίταξε κατάπληκτος την καλοντυμένη γυναίκα, που της τα έψελναν δίχως τσιριμόνιες. Κατάλαβε γρήγορα περί τίνος πρόκειται και η ιστορία αυτή άρχισε να του φαίνεται διασκεδαστική. Άκουγε μ' ευχαρίστηση και μάλιστα του 'ρχόταν να βάλει τα γέλια, να γελάσει, να γελάσει πολύ δυνατά... Όλα του τα νεύρα τα δονούσε αυτή η επιθυμία να μπήξει τα γέλια...

"Ηλία Πετρόβιτς", είπε ο γραμματέας βιαστικά, επεμβαίνοντας. Αλλά, σταμάτησε αμέσως, κρίνοντας πως ήτανε προτιμότερο να περιμένει μια στιγμή, γιατί ήξερε από πείρα, πως δεν υπήρχε τρόπος πια να κρατηθεί ο αξιωματικός όταν τύχαινε να ξεσπάσει.

Όσο για τη λουσάτη κυρία, είχε αρχίσει να τρέμει όταν ξέσπασαν οι αστραπές και οι βροντές του αξιωματικού. Παράξενο όμως! Όσο οι βρισιές που της έλεγε γίνονταν χειρότερες, τόσο πιο καλοσυνάτη έκφραση έπαιρνε το πρόσωπο της και τόσο πιο γοητευτικό ήτανε το χαμόγελο της προς τον αξιωματικό.


×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.