image

Εγκλημα και τιμωρία (Μερος 2ο), ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 (1)

Έμεινε έτσι ξαπλωμένος κάμποση ώρα. Κάπου-κάπου, φαινότανε να ξυπνάει και για λίγα λεπτά έβλεπε πως η νύχτα ήτανε προχωρημένη, αλλά δεν του πέρναγε απ' το μυαλό η σκέψη να σηκωθεί. Στο τέλος, πρόσεξε πως ήτανε η νύχτα φωτεινή,   σαν   ημέρα. Βρισκόταν   ξαπλωμένος   στο   ντιβάνι   του   ανάσκελα, βυθισμένος ακόμα στον πρόσφατο λήθαργο του. Κάτι ουρλιαχτά τρομαχτικά έφταναν ως τ' αυτιά του απ' το δρόμο - τ' άκουγε κάθε βράδυ άλλωστε κάτω απ' το παράθυρο του, κατά τις δύο μετά τα μεσάνυχτα. "Αχ! Είναι πάλι οι μεθυσμένοι που βγαίνουν από τις ταβέρνες", σκέφτηκε, "θα είναι δύο περασμένες!". Κι άξαφνα πετάχτηκε επάνω, σα να τον άρπαξε κάποιος από το ντιβάνι: "Τί; Περασμένες κιόλας δύο;". Κάθισε στο ντιβάνι και τότε τα θυμήθηκε όλα. Έτσι, άξαφνα, ήρθανε ξανά στη μνήμη του όλα!

Στην αρχή νόμισε πως είχε τρελλαθεί. Μια τρομερή παγωνιά τον πλημμύρισε, αλλά το κρύο αυτό ήτανε κι απ' τον πυρετό που τον είχε πιάσει από πολλή ώρα όταν κοιμότανε. Του ήρθε τέτοιο ρίγος, που έκανε τα δόντια του να χτυπάνε δυνατά κι όλα τα μέλη του να τραντάζονται. Άνοιξε την πόρτα και αφουγκράστηκε. Όλο το σπίτι ήτανε βυθισμένο σε βαθύν ύπνο. Κοίταξε με κατάπληξη τον εαυτό του και τριγύρω του την κάμαρα. Δεν καταλάβαινε πώς μπόρεσε να μην κλείσει την πόρτα του με το συρτή, μπαίνοντας μέσα και πώς ρίχτηκε στο ντιβάνι του, όχι μονάχα δίχως να γδυθεί, αλλά χωρίς να βγάλει καν το καπέλο του, που είχε κυλήσει τώρα στο πάτωμα και βρισκότανε δίπλα στο προσκέφαλο του.

"Αν έμπαινε κανένας μέσα, τί θα 'λέγε; Πως ήμουνα μεθυσμένος,  βέβαια, αλλά...".

Έτρεξε κατά το παράθυρο. Είχε αρκετό φως κι άρχισε να εξετάζει βιαστικά τον εαυτό του, από τα νύχια ως την κορφή, για να ιδεί μήπως υπήρχαν τίποτα ίχνη στα ρούχα του. Δεν έπρεπε όμως να την κάνει έτσι αυτή τη δουλειά.

Τουρτουρίζοντας από το κρύο, γδύθηκε ολόκληρος για να ξαναψάξει τα ρούχα του. Έφερε άνω-κάτω τα κουρέλια του, έψαξε ακόμα και τις ραφές. Και καθώς δεν είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του, τα ξανακοίταξε τρεις φορές συνέχεια. Δεν υπήρχε όμως κανένα ίχνος, εκτός από μερικές σταγόνες πηγμένο αίμα στο κάτω μέρος του παντελονιού του, όπου κρέμονταν κάτι ξέφτια. Πήρε ένα μεγάλο σουγιά κι έκοψε αυτά τα ξέφτια. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο, καθώς φαίνεται.

Ξαφνικά, θυμήθηκε πως το πορτοφόλι και τα χρυσά αντικείμενα, που είχε πάρει απ' την κασέλα της γριάς, βρίσκονταν ακόμα στις τσέπες του. Δεν είχε σκεφτεί ακόμα να τα πάρει και να τα κρύψει κάπου. Δεν το σκέφτηκε ούτε και τώρα δα που έψαχνε τα ρούχα του! Μα, πώς είναι δυνατόν;

Τα 'βγάλε γρήγορα-γρήγορα και τα πέταξε πάνω στο τραπέζι. Αφού τα 'βγάλε όλα, κι αναποδογύρισε μάλιστα τις τσέπες του για να βεβαιωθεί πως δεν έμεινε τίποτα μέσα, τα πήγε σε μια γωνιά του τοίχου, όπου κρέμονταν κάτι κομμάτια απ' τη σχισμένη ταπετσαρία. Τα 'χώσε αμέσως σε μια τρύπα, κάτω απ' το χαρτόνι της ταπετσαρίας: "Καλά είναι εκεί. Χώρεσε ακόμα και το πορτοφόλι. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά", σκέφτηκε με ανακούφιση, κοιτάζοντας χαμένα τη γωνιά, όπου η τρύπα φούσκωνε τώρα πιο πολύ. Αλλά ξαφνικά, α-ναρρίγησε όλο το κορμί του απ' τον τρόμο: "θεέ μου! ", μουρμούρισε με απελπισία, "Τί έκανα; Κρύψιμο είναι αυτό; Έτσι κρύβονται τα πράγματα;".

Είναι αλήθεια ότι δε λογάριαζε πως θα 'χει τέτοια πράγματα, έλεγε πως θα 'βρίσκε μόνο λεφτά, κι έτσι δεν είχε προετοιμάσει απ' τα πριν το μέρος όπου θα τα 'βάζε.

"Αλλά, τώρα; Τί θα κάνω τώρα;", σκεφτότανε. "Έτσι κρύβονται τα πράγματα; Πραγματικά, το λογικό μου μ' εγκαταλείπει! ".

Κάθισε   εξαντλημένος   στο  ντιβάνι  του   κι  αμέσως   του   ξανάρθε   εκείνη   η αβάσταχτη ανατριχίλα. Μηχανικά πήρε το παλιό φοιτητικό παλτό του, ένα παλτό χειμωνιάτικο, ζεστό, αλλά κουρελιασμένο, που βρισκότανε σε μια καρέκλα, και το 'ρίξε επάνω του. Ξαναβυθίστηκε αμέσως στον ύπνο και στο παραλήρημα κι έχασε τις αισθήσεις του.

Ύστερ' από πέντε λεφτά πετάχτηκε πάλι επάνω και ξανάσκυψε με τρόμο στα ρούχα του. "Πώς μπόρεσα ν' αποκοιμηθώ, αφού δεν έκανα τίποτα; Τίποτα δεν έκανα, τίποτα! Ακόμα και τη θηλιά που έραψα στο παλτό μου, κάτω απ' τη μασχάλη, ξέχασα να την ξηλώσω! Το ξέχασα! Πώς μπόρεσα να ξεχάσω τέτοιο πράμα; Τέτοιο ενοχοποιητικό στοιχείο;".

Τράβηξε αμέσως τη θηλιά και την ξέσχισε σε μικρά-μικρά κομματάκια, που τα 'χώσε  κάτω   απ'   το   μαξιλάρι  του,   ανάμεσα  στ'   άπλυτα   ρούχα. "Αυτά  τα ξεσχισμένα κομματάκια δε μπορούν να δημιουργήσουν καμμιά υπόνοια - έτσι, τουλάχιστον, μου φαίνεται", μουρμούριζε όρθιος καταμεσίς στο δωμάτιο του. Και το βλέμμα του άρχισε να πλανιέται και πάλι με προσοχή οδυνηρή τριγύρω του, στο πάτωμα, σ' όλα τα μέρη για να ιδεί μήπως ξέχασε τίποτα.

Η πεποίθηση ότι όλα, ακόμα και η μνήμη του, ακόμα και η ικανότητα του να κάνει μια απλή σκέψη, τον εγκατέλειψαν, η πεποίθηση αυτή γινότανε μέσα του αβάσταχτο μαρτύριο. "Μα, τί λοιπόν; Είναι δυνατό ν' άρχισε κιόλας, είναι δυνατό να παρουσιάστηκε κιόλας η τιμωρία; Να τη! Να τη! Ναι, αυτή είναι η τιμωρία!". Πραγματικά, τα ξέφτια, που έκοψε από το παντελόνι του, βρίσκονταν ακόμα εκεί, πάνω στο πάτωμα, και μπορούσε να τα ιδεί αμέσως καθένας που θα 'μπαίνε μέσα. "Μα, τ( έπαθα λοιπόν;", φώναξε πάλι χαμένα.

Τότε του κόλλησε μια ιδέα παράξενη: Ίσως όλα του τα ρούχα να ήτανε γεμάτα αίματα, ίσως να υπήρχαν επάνω τους του κόσμου οι κηλίδες που δεν τίς έβλεπε, που   δε   μπορούσε  να  τίς  προσέξει,   γιατί  οι  αισθήσεις  του   αδυνατούσαν, εκμηδενίστηκαν, γιατί η σκέψη του είχε συσκοτιστεί. Αμέσως θυμήθηκε πως το πορτοφόλι ήτανε ματωμένο. "Συνεπώς θα πρέπει να υπάρχουν αίματα μέσα στην τσέπη, γιατί το πορτοφόλι ήτανε υγρό ακόμα, όταν το 'βαλα εκεί μέσα".

Αμέσως αναποδογύρισε την τσέπη του. Πραγματικά, ήτανε ματωμένη, υπήρχαν αίματα στη φόδρα! "Άρα, δε μ' εγκατέλειψε ολότελα το λογικό μου, έχω ακόμα και την πνευματική μου διαύγεια και τη μνήμη μου, αφού μπόρεσα να κάνω αυτούς τους συλλογισμούς! ", σκέφτηκε ενθουσιασμένος, ενώ ένας στεναγμός χαράς ξέφυγε απ' τα βάθη του στήθους του. "Ήτανε μια εξασθένιση από τον πυρετό, μια στιγμιαία ζάλη!". Κι αμέσως ξέσχισε τη φόδρα της αριστερής του τσέπης. Εκείνη τη στιγμή μια ηλιαχτίδα έπεσε πάνω στην αριστερή του μπότα: Στην κάλτσα, που την έβλεπε να ξεπροβάλλει από μια τρύπα, του φάνηκε πως είδε μερικά ίχνη. "Όλη η άκρη της κάλτσας μου είναι ποτισμένη στο αίμα!". Καθώς φαίνεται, θα πάτησε, δίχως να προσέξει, σε κείνη τη λιμνούλα το αίμα... "Τί να κάνω όμως τώρα μ' αυτά; Πώς να γλυτώσω απ' αυτή την κάλτσα, απ' τα ξέφτια, από τούτη δω τη φόδρα της τσέπης;".

Τα 'χε μαζέψει όλα αυτά και τα κρατούσε στα χέρια του, όρθιος καταμεσίς στην κάμαρα του. "Να τα βάλω στη σόμπα; Μα, στη σόμπα θα πρωτοψάξουν. Να τα κάψω;

Με τί να τα κάψω; Δεν έχω σπίρτα. Όχι, καλύτερα να πάω να τα πετάξω'", έλεγε ενώ ξανακαθότανε στο ντιβάνι... "Και πρέπει να το κάνω αμέσως κιόλας, χωρίς καμμιά αργοπορία! ".

Αντί όμως γι' αυτό, το κεφάλι του έγειρε ξανά στο μαξιλάρι: Τον ξανάπιασε εκείνο το ανυπόφορο ρίγος και ξανακουκουλώθηκε με το παλτό του. Πολλές φορές, ώρες ολόκληρες, του ξαναρχότανε αυτή η οδυνηρή σκέψη "πως έπρεπε αμέσως, δίχως καμμιά αργοπορία, να πάει να τα πετάξει για να μην τα ιδεί κανένας και να το κάνει γρήγορα αυτό, όσο το δυνατό πιο γρήγορα, πιο γρήγορα...".

Πολλές φορές τινάχτηκε στο ντιβάνι του, γυρεύοντας να σηκωθεί, αλλά δε μπόρεσε.

Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τον ξύπνησε ολότελα.

"Άνοιξε, λοιπόν! Είσαι ζωντανός ή πεθαμένος; Ορίστε! Όλο ροχαλίζει! ", φώναξε η Ναστάσια, χτυπώντας την πόρτα με γροθιές. "Ροχαλίζει μέρες ολόκληρες, σαν παλιόσκυλο! Έλα άνοιξε! Είναι περασμένες δέκα! ".

"Ίσως να μην είναι μέσα", έκανε μια ανδρική φωνή.

"Αυτή είναι η φωνή του θυρωρού! Τί γυρεύει εδώ;". Τινάχτηκε και κάθισε στο ντιβάνι. Χτυπούσε η καρδιά του τόσο δυνατά που τον πονούσε.

"Και τότε, ποιος έβαλε το συρτή από μέσα;", απάντησε η υπηρέτρια

"Μπα,  έτσι κλειδαμπαρώνεται αυτός! Φοβάται μην τον κλέψουνε! Άνοιξε, λοιπόν, παλιο-τυφλοπόντικα! Ξύπνα! ".

"Τί θέλουν; Γιατί είναι και ο θυρωρός; Τα 'μαθαν όλα! Ν' αντισταθώ ή να τους ανοίξω; Έτσι κι αλλιώς με πήρε ο διάολος...".

Μισοσηκώθηκε, έγειρε λίγο το κορμί του προς τα μπρος και ξεσύρτωσε. Η κάμαρα του ήτανε τόσο στενή, που μπορούσε να ξεσυρτώσει χωρίς να σηκωθεί απ' το κρεβάτι του. Ναι, αυτοί ήτανε. Ο θυρωρός με τη Ναστάσια. Αυτή του 'ρίξε μια  ματιά παράξενη. Ο  Ρασκόλνικωφ  κοίταξε  το  θυρωρό  προκλητικά και οργισμένα. Εκείνος του 'δώσε αμίλητα ένα γκρίζο χαρτί, διπλωμένο στα δύο και σφραγισμένο με βουλοκέρι.

"Είναι ειδοποίηση απ' το γραφείο", του είπε δίνοντας το. "Από ποιο γραφείο;".

"Σας ζητάνε στην αστυνομία, είναι ολοφάνερο για ποιο γραφείο πρόκειται". "Στην αστυνομία; Γιατί;".

"Ξέρω γω; Σας ζητάνε. Πηγαίνετε".

Τον κοίταξε με προσοχή, έριξε μια ματιά τριγύρω του, κι έκανε μεταβολή για να φύγει. "Μήπως  είσαι καταπουντιασμένος;",  είπε η Ναστάσια, που  δεν  είχε πάρει καθόλου τα μάτια της από πάνω του.

Ο θυρωρός γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του.

"Από χθες έχεις συνέχεια πυρετό", πρόσθεσε η Ναστάσια.

Ο Ρασκόλνικωφ δεν της απάντησε και κρατούσε στα χέρια του το χαρτί, δίχως να τ' ανοίγει.

"Μη σηκώνεσαι", συνέχισε η Ναστάσια με συμπόνια, βλέποντας τον να βγάζει τα πόδια του έξω απ' το κρεβάτι. "Αν είσαι άρρωστος, μην πηγαίνεις. Δεν είναι και βιάση. Τί κρατάς στα χέρια σου;".

Ο Ρασκόλνικωφ κοίταξε: Στο δεξί του χέρι κρατούσε τα ξέφτια που έκοψε από το παντελόνι του, την κάλτσα και τη φόδρα της τσέπης του! Είχε κοιμηθεί μ' αυτά. "Για ιδές! Μάζεψε όλα τα κουρέλια και κοιμάται με δαύτα, σα να κρατάει στα χέρια του κανένα θησαυρό! ".

Και λέγοντας αυτά,  την έπιασε το νευρικό και σπασμωδικό  της γέλιο. Ο Ρασκόλνικωφ τα 'χώσε όλα με μια κίνηση αστραπιαία κάτω απ' το παλτό του και την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό.

Παρ' όλο που εκείνη τη στιγμή δεν ήτανε σε κατάσταση να συνειδητοποιήσει με ακρίβεια τα πράγματα, ένιωθε πως δεν φέρνονται έτσι σ' έναν άνθρωπο που έρχονται για να τον πιάσουν.

"Θα 'παιρνες λίγο τσάι, θέλεις; θα πάω να σου φέρω, περίσσεψε".

"Όχι... θα πάω εκεί, θα πάω εκεί, τώρα κιόλας", μουρμούρισε καθώς σηκωνότανε.

"Εγώ λέω ότι δε μπορείς να κατεβείς ούτε τη σκάλα".

"Θαπάω".

"Όπως αγαπάς".

Η Ναστάσια έφυγε πίσω απ' το θυρωρό. Ο Ρασκόλνικωφ έτρεξε αμέσως στο φως, για να εξετάσει καλύτερα τα ξέφτια και την κάλτσα. "Υπάρχουν ίχνη, αλλά δε διακρίνονται καθαρά. Με τη λάσπη και το τρίψιμο έγιναν μουντά. Συνεπώς η Ναστάσια δε μπόρεσε να διακρίνει τίποτε από μακριά! Δόξα σοι ο θεός!". Άνοιξε τότε τρέμοντας το χαρτί και άρχισε να το διαβάζει. Το διάβασε πολλές φορές, μα πάρα πολλές, και στο τέλος το κατάλαβε! Ήτανε μια συνηθισμένη ειδοποίηση   από   το   αστυνομικό   τμήμα   της   συνοικίας. Τον   καλούσαν   να παρουσιαστεί σήμερα στο γραφείο του αστυνόμου, στις εννέα και μισή.

"Τί σημαίνει πάλι αυτό; Εγώ δεν έχω καμμιά δοσοληψία με την αστυνομία. Και γιατί ακριβώς σήμερα;", σκέφτηκε με φοβερή ανησυχία, "θεέ μου! Ας τελειώσουν όλα πια, το γρηγορότερο!". Έκανε να γονατίσει για να προσευχηθεί, αμέσως όμως χαμογέλασε, όχι για την προσευχή, αλλά για τον εαυτό του τον ίδιο.

Ντύθηκε βιαστικά. "Αν είναι να χαθώ, ας πάει στα κομμάτια. Ας χαθώ, το ίδιο μου κάνει. Πρέπει να την φορέσω τούτη δω την κάλτσα", σκέφτηκε ξαφνικά. "Όταν κολλήσει επάνω της περισσότερη σκόνη, τα ίχνη θα εξαφανιστούν". Μόλις όμως την έβαλε στο πόδι του, την τράβηξε απότομα με αηδία και τρόμο. Την έβγαλε, αλλά καθώς σκέφτηκε πως δεν είχε άλλες κάλτσες, την ξαναφόρεσε. "Όλα αυτά είναι υποθετικά, σχετικά, εντελώς τυπικά πράγματα". Η σκέψη αυτή πέρασε σαν αστραπή απ' το μυαλό του και μόλις που τον άγγιξε, το κορμί του όμως έτρεμε ολόκληρο.

"Ε, να που τη φόρεσα. Όπως και να 'ναι, τα κατάφερα να τη φορέσω τελικά!". Γέλασε αλλά αμέσως ύστερα τον έπιασε απελπισία. "Όχι, δεν αντέχω, είναι πάνω απ' τις δυνάμεις μου...", σκέφτηκε. Λύγιζαν τα γόνατα του. "Είναι απ' το φόβο μου", είπε μέσα του. Στριφογύριζε το μυαλό του και τον πονούσε το κεφάλι του απ' τον πυρετό. "Είναι κόλπο! Πάνε να με τραβήξουν ως το τμήμα με κόλπο και ύστερα θα με πιάσουν, κάνοντας μου διάφορες ερωτήσεις", σκεφτότανε μέσα του, καθώς προχωρούσε προς τη σκάλα. "Το χειρότερο είναι πως βρίσκομαι σχεδόν σε παραλήρημα. Μπορεί να μου ξεφύγει καμμιά κουταμάρα...". Στη σκάλα θυμήθηκε πως είχε αφήσει τα κλεμμένα στην τρύπα, όπου τα έκρυψε χθες.

"Ίσως να επωφεληθούν απ' την απουσία μου για να κάνουν έρευνα", σκέφτηκε σταματώντας.



Want to learn a language?


Learn from this text and thousands like it on LingQ.

  • A vast library of audio lessons, all with matching text
  • Revolutionary learning tools
  • A global, interactive learning community.

Language learning online @ LingQ

Έμεινε έτσι ξαπλωμένος κάμποση ώρα. Κάπου-κάπου, φαινότανε να ξυπνάει και για λίγα λεπτά έβλεπε πως η νύχτα ήτανε προχωρημένη, αλλά δεν του πέρναγε απ' το μυαλό η σκέψη να σηκωθεί. Στο τέλος, πρόσεξε πως ήτανε η νύχτα φωτεινή,   σαν   ημέρα. Βρισκόταν   ξαπλωμένος   στο   ντιβάνι   του   ανάσκελα, βυθισμένος ακόμα στον πρόσφατο λήθαργο του. Κάτι ουρλιαχτά τρομαχτικά έφταναν ως τ' αυτιά του απ' το δρόμο - τ' άκουγε κάθε βράδυ άλλωστε κάτω απ' το παράθυρο του, κατά τις δύο μετά τα μεσάνυχτα. "Αχ! Είναι πάλι οι μεθυσμένοι που βγαίνουν από τις ταβέρνες", σκέφτηκε, "θα είναι δύο περασμένες!". Κι άξαφνα πετάχτηκε επάνω, σα να τον άρπαξε κάποιος από το ντιβάνι: "Τί; Περασμένες κιόλας δύο;". Κάθισε στο ντιβάνι και τότε τα θυμήθηκε όλα. Έτσι, άξαφνα, ήρθανε ξανά στη μνήμη του όλα!

Στην αρχή νόμισε πως είχε τρελλαθεί. Μια τρομερή παγωνιά τον πλημμύρισε, αλλά το κρύο αυτό ήτανε κι απ' τον πυρετό που τον είχε πιάσει από πολλή ώρα όταν κοιμότανε. Του ήρθε τέτοιο ρίγος, που έκανε τα δόντια του να χτυπάνε δυνατά κι όλα τα μέλη του να τραντάζονται. Άνοιξε την πόρτα και αφουγκράστηκε. Όλο το σπίτι ήτανε βυθισμένο σε βαθύν ύπνο. Κοίταξε με κατάπληξη τον εαυτό του και τριγύρω του την κάμαρα. Δεν καταλάβαινε πώς μπόρεσε να μην κλείσει την πόρτα του με το συρτή, μπαίνοντας μέσα και πώς ρίχτηκε στο ντιβάνι του, όχι μονάχα δίχως να γδυθεί, αλλά χωρίς να βγάλει καν το καπέλο του, που είχε κυλήσει τώρα στο πάτωμα και βρισκότανε δίπλα στο προσκέφαλο του.

"Αν έμπαινε κανένας μέσα, τί θα 'λέγε; Πως ήμουνα μεθυσμένος,  βέβαια, αλλά...".

Έτρεξε κατά το παράθυρο. Είχε αρκετό φως κι άρχισε να εξετάζει βιαστικά τον εαυτό του, από τα νύχια ως την κορφή, για να ιδεί μήπως υπήρχαν τίποτα ίχνη στα ρούχα του. Δεν έπρεπε όμως να την κάνει έτσι αυτή τη δουλειά.

Τουρτουρίζοντας από το κρύο, γδύθηκε ολόκληρος για να ξαναψάξει τα ρούχα του. Έφερε άνω-κάτω τα κουρέλια του, έψαξε ακόμα και τις ραφές. Και καθώς δεν είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του, τα ξανακοίταξε τρεις φορές συνέχεια. Δεν υπήρχε όμως κανένα ίχνος, εκτός από μερικές σταγόνες πηγμένο αίμα στο κάτω μέρος του παντελονιού του, όπου κρέμονταν κάτι ξέφτια. Πήρε ένα μεγάλο σουγιά κι έκοψε αυτά τα ξέφτια. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο, καθώς φαίνεται.

Ξαφνικά, θυμήθηκε πως το πορτοφόλι και τα χρυσά αντικείμενα, που είχε πάρει απ' την κασέλα της γριάς, βρίσκονταν ακόμα στις τσέπες του. Δεν είχε σκεφτεί ακόμα να τα πάρει και να τα κρύψει κάπου. Δεν το σκέφτηκε ούτε και τώρα δα που έψαχνε τα ρούχα του! Μα, πώς είναι δυνατόν;

Τα 'βγάλε γρήγορα-γρήγορα και τα πέταξε πάνω στο τραπέζι. Αφού τα 'βγάλε όλα, κι αναποδογύρισε μάλιστα τις τσέπες του για να βεβαιωθεί πως δεν έμεινε τίποτα μέσα, τα πήγε σε μια γωνιά του τοίχου, όπου κρέμονταν κάτι κομμάτια απ' τη σχισμένη ταπετσαρία. Τα 'χώσε αμέσως σε μια τρύπα, κάτω απ' το χαρτόνι της ταπετσαρίας: "Καλά είναι εκεί. Χώρεσε ακόμα και το πορτοφόλι. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά", σκέφτηκε με ανακούφιση, κοιτάζοντας χαμένα τη γωνιά, όπου η τρύπα φούσκωνε τώρα πιο πολύ. Αλλά ξαφνικά, α-ναρρίγησε όλο το κορμί του απ' τον τρόμο: "θεέ μου! ", μουρμούρισε με απελπισία, "Τί έκανα; Κρύψιμο είναι αυτό; Έτσι κρύβονται τα πράγματα;".

Είναι αλήθεια ότι δε λογάριαζε πως θα 'χει τέτοια πράγματα, έλεγε πως θα 'βρίσκε μόνο λεφτά, κι έτσι δεν είχε προετοιμάσει απ' τα πριν το μέρος όπου θα τα 'βάζε.

"Αλλά, τώρα; Τί θα κάνω τώρα;", σκεφτότανε. "Έτσι κρύβονται τα πράγματα; Πραγματικά, το λογικό μου μ' εγκαταλείπει! ".

Κάθισε   εξαντλημένος   στο  ντιβάνι  του   κι  αμέσως   του   ξανάρθε   εκείνη   η αβάσταχτη ανατριχίλα. Μηχανικά πήρε το παλιό φοιτητικό παλτό του, ένα παλτό χειμωνιάτικο, ζεστό, αλλά κουρελιασμένο, που βρισκότανε σε μια καρέκλα, και το 'ρίξε επάνω του. Ξαναβυθίστηκε αμέσως στον ύπνο και στο παραλήρημα κι έχασε τις αισθήσεις του.

Ύστερ' από πέντε λεφτά πετάχτηκε πάλι επάνω και ξανάσκυψε με τρόμο στα ρούχα του. "Πώς μπόρεσα ν' αποκοιμηθώ, αφού δεν έκανα τίποτα; Τίποτα δεν έκανα, τίποτα! Ακόμα και τη θηλιά που έραψα στο παλτό μου, κάτω απ' τη μασχάλη, ξέχασα να την ξηλώσω! Το ξέχασα! Πώς μπόρεσα να ξεχάσω τέτοιο πράμα; Τέτοιο ενοχοποιητικό στοιχείο;".

Τράβηξε αμέσως τη θηλιά και την ξέσχισε σε μικρά-μικρά κομματάκια, που τα 'χώσε  κάτω   απ'   το   μαξιλάρι  του,   ανάμεσα  στ'   άπλυτα   ρούχα. "Αυτά  τα ξεσχισμένα κομματάκια δε μπορούν να δημιουργήσουν καμμιά υπόνοια - έτσι, τουλάχιστον, μου φαίνεται", μουρμούριζε όρθιος καταμεσίς στο δωμάτιο του. Και το βλέμμα του άρχισε να πλανιέται και πάλι με προσοχή οδυνηρή τριγύρω του, στο πάτωμα, σ' όλα τα μέρη για να ιδεί μήπως ξέχασε τίποτα.

Η πεποίθηση ότι όλα, ακόμα και η μνήμη του, ακόμα και η ικανότητα του να κάνει μια απλή σκέψη, τον εγκατέλειψαν, η πεποίθηση αυτή γινότανε μέσα του αβάσταχτο μαρτύριο. "Μα, τί λοιπόν; Είναι δυνατό ν' άρχισε κιόλας, είναι δυνατό να παρουσιάστηκε κιόλας η τιμωρία; Να τη! Να τη! Ναι, αυτή είναι η τιμωρία!". Πραγματικά, τα ξέφτια, που έκοψε από το παντελόνι του, βρίσκονταν ακόμα εκεί, πάνω στο πάτωμα, και μπορούσε να τα ιδεί αμέσως καθένας που θα 'μπαίνε μέσα. "Μα, τ( έπαθα λοιπόν;", φώναξε πάλι χαμένα.

Τότε του κόλλησε μια ιδέα παράξενη: Ίσως όλα του τα ρούχα να ήτανε γεμάτα αίματα, ίσως να υπήρχαν επάνω τους του κόσμου οι κηλίδες που δεν τίς έβλεπε, που   δε   μπορούσε  να  τίς  προσέξει,   γιατί  οι  αισθήσεις  του   αδυνατούσαν, εκμηδενίστηκαν, γιατί η σκέψη του είχε συσκοτιστεί. Αμέσως θυμήθηκε πως το πορτοφόλι ήτανε ματωμένο. "Συνεπώς θα πρέπει να υπάρχουν αίματα μέσα στην τσέπη, γιατί το πορτοφόλι ήτανε υγρό ακόμα, όταν το 'βαλα εκεί μέσα".

Αμέσως αναποδογύρισε την τσέπη του. Πραγματικά, ήτανε ματωμένη, υπήρχαν αίματα στη φόδρα! "Άρα, δε μ' εγκατέλειψε ολότελα το λογικό μου, έχω ακόμα και την πνευματική μου διαύγεια και τη μνήμη μου, αφού μπόρεσα να κάνω αυτούς τους συλλογισμούς! ", σκέφτηκε ενθουσιασμένος, ενώ ένας στεναγμός χαράς ξέφυγε απ' τα βάθη του στήθους του. "Ήτανε μια εξασθένιση από τον πυρετό, μια στιγμιαία ζάλη!". Κι αμέσως ξέσχισε τη φόδρα της αριστερής του τσέπης. Εκείνη τη στιγμή μια ηλιαχτίδα έπεσε πάνω στην αριστερή του μπότα: Στην κάλτσα, που την έβλεπε να ξεπροβάλλει από μια τρύπα, του φάνηκε πως είδε μερικά ίχνη. "Όλη η άκρη της κάλτσας μου είναι ποτισμένη στο αίμα!". Καθώς φαίνεται, θα πάτησε, δίχως να προσέξει, σε κείνη τη λιμνούλα το αίμα... "Τί να κάνω όμως τώρα μ' αυτά; Πώς να γλυτώσω απ' αυτή την κάλτσα, απ' τα ξέφτια, από τούτη δω τη φόδρα της τσέπης;".

Τα 'χε μαζέψει όλα αυτά και τα κρατούσε στα χέρια του, όρθιος καταμεσίς στην κάμαρα του. "Να τα βάλω στη σόμπα; Μα, στη σόμπα θα πρωτοψάξουν. Να τα κάψω;

Με τί να τα κάψω; Δεν έχω σπίρτα. Όχι, καλύτερα να πάω να τα πετάξω'", έλεγε ενώ ξανακαθότανε στο ντιβάνι... "Και πρέπει να το κάνω αμέσως κιόλας, χωρίς καμμιά αργοπορία! ".

Αντί όμως γι' αυτό, το κεφάλι του έγειρε ξανά στο μαξιλάρι: Τον ξανάπιασε εκείνο το ανυπόφορο ρίγος και ξανακουκουλώθηκε με το παλτό του. Πολλές φορές, ώρες ολόκληρες, του ξαναρχότανε αυτή η οδυνηρή σκέψη "πως έπρεπε αμέσως, δίχως καμμιά αργοπορία, να πάει να τα πετάξει για να μην τα ιδεί κανένας και να το κάνει γρήγορα αυτό, όσο το δυνατό πιο γρήγορα, πιο γρήγορα...".

Πολλές φορές τινάχτηκε στο ντιβάνι του, γυρεύοντας να σηκωθεί, αλλά δε μπόρεσε.

Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα τον ξύπνησε ολότελα.

"Άνοιξε, λοιπόν! Είσαι ζωντανός ή πεθαμένος; Ορίστε! Όλο ροχαλίζει! ", φώναξε η Ναστάσια, χτυπώντας την πόρτα με γροθιές. "Ροχαλίζει μέρες ολόκληρες, σαν παλιόσκυλο! Έλα άνοιξε! Είναι περασμένες δέκα! ".

"Ίσως να μην είναι μέσα", έκανε μια ανδρική φωνή.

"Αυτή είναι η φωνή του θυρωρού! Τί γυρεύει εδώ;". Τινάχτηκε και κάθισε στο ντιβάνι. Χτυπούσε η καρδιά του τόσο δυνατά που τον πονούσε.

"Και τότε, ποιος έβαλε το συρτή από μέσα;", απάντησε η υπηρέτρια

"Μπα,  έτσι κλειδαμπαρώνεται αυτός! Φοβάται μην τον κλέψουνε! Άνοιξε, λοιπόν, παλιο-τυφλοπόντικα! Ξύπνα! ".

"Τί θέλουν; Γιατί είναι και ο θυρωρός; Τα 'μαθαν όλα! Ν' αντισταθώ ή να τους ανοίξω; Έτσι κι αλλιώς με πήρε ο διάολος...".

Μισοσηκώθηκε, έγειρε λίγο το κορμί του προς τα μπρος και ξεσύρτωσε. Η κάμαρα του ήτανε τόσο στενή, που μπορούσε να ξεσυρτώσει χωρίς να σηκωθεί απ' το κρεβάτι του. Ναι, αυτοί ήτανε. Ο θυρωρός με τη Ναστάσια. Αυτή του 'ρίξε μια  ματιά παράξενη. Ο  Ρασκόλνικωφ  κοίταξε  το  θυρωρό  προκλητικά και οργισμένα. Εκείνος του 'δώσε αμίλητα ένα γκρίζο χαρτί, διπλωμένο στα δύο και σφραγισμένο με βουλοκέρι.

"Είναι ειδοποίηση απ' το γραφείο", του είπε δίνοντας το. "Από ποιο γραφείο;".

"Σας ζητάνε στην αστυνομία, είναι ολοφάνερο για ποιο γραφείο πρόκειται". "Στην αστυνομία; Γιατί;".

"Ξέρω γω; Σας ζητάνε. Πηγαίνετε".

Τον κοίταξε με προσοχή, έριξε μια ματιά τριγύρω του, κι έκανε μεταβολή για να φύγει. "Μήπως  είσαι καταπουντιασμένος;",  είπε η Ναστάσια, που  δεν  είχε πάρει καθόλου τα μάτια της από πάνω του.

Ο θυρωρός γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι του.

"Από χθες έχεις συνέχεια πυρετό", πρόσθεσε η Ναστάσια.

Ο Ρασκόλνικωφ δεν της απάντησε και κρατούσε στα χέρια του το χαρτί, δίχως να τ' ανοίγει.

"Μη σηκώνεσαι", συνέχισε η Ναστάσια με συμπόνια, βλέποντας τον να βγάζει τα πόδια του έξω απ' το κρεβάτι. "Αν είσαι άρρωστος, μην πηγαίνεις. Δεν είναι και βιάση. Τί κρατάς στα χέρια σου;".

Ο Ρασκόλνικωφ κοίταξε: Στο δεξί του χέρι κρατούσε τα ξέφτια που έκοψε από το παντελόνι του, την κάλτσα και τη φόδρα της τσέπης του! Είχε κοιμηθεί μ' αυτά. "Για ιδές! Μάζεψε όλα τα κουρέλια και κοιμάται με δαύτα, σα να κρατάει στα χέρια του κανένα θησαυρό! ".

Και λέγοντας αυτά,  την έπιασε το νευρικό και σπασμωδικό  της γέλιο. Ο Ρασκόλνικωφ τα 'χώσε όλα με μια κίνηση αστραπιαία κάτω απ' το παλτό του και την κοίταξε με βλέμμα διαπεραστικό.

Παρ' όλο που εκείνη τη στιγμή δεν ήτανε σε κατάσταση να συνειδητοποιήσει με ακρίβεια τα πράγματα, ένιωθε πως δεν φέρνονται έτσι σ' έναν άνθρωπο που έρχονται για να τον πιάσουν.

"Θα 'παιρνες λίγο τσάι, θέλεις; θα πάω να σου φέρω, περίσσεψε".

"Όχι... θα πάω εκεί, θα πάω εκεί, τώρα κιόλας", μουρμούρισε καθώς σηκωνότανε.

"Εγώ λέω ότι δε μπορείς να κατεβείς ούτε τη σκάλα".

"Θαπάω".

"Όπως αγαπάς".

Η Ναστάσια έφυγε πίσω απ' το θυρωρό. Ο Ρασκόλνικωφ έτρεξε αμέσως στο φως, για να εξετάσει καλύτερα τα ξέφτια και την κάλτσα. "Υπάρχουν ίχνη, αλλά δε διακρίνονται καθαρά. Με τη λάσπη και το τρίψιμο έγιναν μουντά. Συνεπώς η Ναστάσια δε μπόρεσε να διακρίνει τίποτε από μακριά! Δόξα σοι ο θεός!". Άνοιξε τότε τρέμοντας το χαρτί και άρχισε να το διαβάζει. Το διάβασε πολλές φορές, μα πάρα πολλές, και στο τέλος το κατάλαβε! Ήτανε μια συνηθισμένη ειδοποίηση   από   το   αστυνομικό   τμήμα   της   συνοικίας. Τον   καλούσαν   να παρουσιαστεί σήμερα στο γραφείο του αστυνόμου, στις εννέα και μισή.

"Τί σημαίνει πάλι αυτό; Εγώ δεν έχω καμμιά δοσοληψία με την αστυνομία. Και γιατί ακριβώς σήμερα;", σκέφτηκε με φοβερή ανησυχία, "θεέ μου! Ας τελειώσουν όλα πια, το γρηγορότερο!". Έκανε να γονατίσει για να προσευχηθεί, αμέσως όμως χαμογέλασε, όχι για την προσευχή, αλλά για τον εαυτό του τον ίδιο.

Ντύθηκε βιαστικά. "Αν είναι να χαθώ, ας πάει στα κομμάτια. Ας χαθώ, το ίδιο μου κάνει. Πρέπει να την φορέσω τούτη δω την κάλτσα", σκέφτηκε ξαφνικά. "Όταν κολλήσει επάνω της περισσότερη σκόνη, τα ίχνη θα εξαφανιστούν". Μόλις όμως την έβαλε στο πόδι του, την τράβηξε απότομα με αηδία και τρόμο. Την έβγαλε, αλλά καθώς σκέφτηκε πως δεν είχε άλλες κάλτσες, την ξαναφόρεσε. "Όλα αυτά είναι υποθετικά, σχετικά, εντελώς τυπικά πράγματα". Η σκέψη αυτή πέρασε σαν αστραπή απ' το μυαλό του και μόλις που τον άγγιξε, το κορμί του όμως έτρεμε ολόκληρο.

"Ε, να που τη φόρεσα. Όπως και να 'ναι, τα κατάφερα να τη φορέσω τελικά!". Γέλασε αλλά αμέσως ύστερα τον έπιασε απελπισία. "Όχι, δεν αντέχω, είναι πάνω απ' τις δυνάμεις μου...", σκέφτηκε. Λύγιζαν τα γόνατα του. "Είναι απ' το φόβο μου", είπε μέσα του. Στριφογύριζε το μυαλό του και τον πονούσε το κεφάλι του απ' τον πυρετό. "Είναι κόλπο! Πάνε να με τραβήξουν ως το τμήμα με κόλπο και ύστερα θα με πιάσουν, κάνοντας μου διάφορες ερωτήσεις", σκεφτότανε μέσα του, καθώς προχωρούσε προς τη σκάλα. "Το χειρότερο είναι πως βρίσκομαι σχεδόν σε παραλήρημα. Μπορεί να μου ξεφύγει καμμιά κουταμάρα...". Στη σκάλα θυμήθηκε πως είχε αφήσει τα κλεμμένα στην τρύπα, όπου τα έκρυψε χθες.

"Ίσως να επωφεληθούν απ' την απουσία μου για να κάνουν έρευνα", σκέφτηκε σταματώντας.


×

We use cookies to help make LingQ better. By visiting the site, you agree to our cookie policy.